
Τὸ ὄνειρον τῆς Ἐλευθερίας
Ἰβίσκου τὸ χρῶμα εἶχε ἡ λυγερόκορμη
μὲ τὰ μακρυὰ μαῦρα μαλλιά,
νὰ ἀντιστέκωνται εἰς τοῦ ἀνέμου τὴν ἀναίδειαν·
κραττῶντας μὲ τὰ λευκά της χέρια,
τὸ τιμόνι τῆς μικρῆς βαρκούλας,
μὲ ἔνα μικρὸν πανί
καὶ σύντροφον τὸν Αἴολον
ἐξεκίνησε νὰ πελαγωθῇ.
Σκέφθηκε νὰ κόψῃ μεμιᾶς,
εἰς τὰ δυὸ τὴν θάλασσα
ἤ νὰ γυρίσῃ παντοῦ εἰς τὶς ἀκτές της
καὶ παρέα μὲ τὰ δελφίνια,
νὰ περάσῃ τὴν μικρήν της βαρκούλα,
εἰς τὰ μάτια ὅλου τοῦ κόσμου.
Μῆνες τώρα,
θαρρῶ χρόνους τώρα τὴν περιμένουν
κι αὐτή,
συνεχῶς μπαλώνει τὰ σαπιόξυλα
καὶ μὲ τὸ χέρι τοῦ Ἡλίου,
περνᾶ ἐπάνω τους τὸ χρῶμα τῆς Ἀνατολῆς·
ἔντυσε τὴν κουπαστὴν μὲ λευκὸν τοῦ Ὀλύμπου
καὶ τὸ τιμόνι μὲ τριανταφυλλιά,
ἀπὸ τὶς αὐλὲς τῶν Κυκλάδων μεγαλωμένη,
ν’ ἀντέχῃ τὴν ἁρμῦρα καὶ τοὺς ἁλῆτες καιροὺς μαθημένη...
μὲ κομμάτια ἀπ’ ἀτσάλι
ποὺ ξερνᾶ ἡ γῆ εἰς τὶς Θερμοπῦλες,
ἔγραψε τ’ ὄνομά της ἐμπρός.
Ἤρεμον αἷμα, φρέσκον, συγκέντρωσε,
προδομένων Ἡρώων Ἑλλήνων
καὶ ὅλο τὸ σκαρὶ ἄλοιψε,
νὰ γίνῃ γερόν!
κι ἐπάνω ἦλθαν οἱ μέλισσες
καὶ οἱ βασιλοποῦλες
νὰ κερώσουν τὸ αἷμα·
κάθε ποὺ ἐρχόταν ἡ Ἄνοιξις,
ἀπὸ μονάκριβον Ἄνθος τῶν Δελφῶν,
ἐμάζευε τὴν γῦριν
καὶ μὲ τοὺς χρόνους ἔπλασε τὸ πανί...
ὡραῖον, γερόν,
μοσχοβολᾶτον καὶ ὑπερήφανον,
μὲ βλέμμα ποὺ τρομάζει τὰ πέλαγα.
Νερὰ κρυσταλλωμένα μὲ κόψιν σπαθιοῦ
τὴν πλώρην...