Τετάρτη, 24 Ιανουαρίου 2018

Ὧ, ὁποία ἔκπληξις!

 Χαζεύοντας τὶς φωτογραφίες τῆς φίλης ΒΙΟΛΕΤΑΣ ΜΕΛΕΤΗ,
εἶδα αὐτήν, τὴν «ἔκλεψα » καὶ μοῦ ἔβγαλε τὴν κάτωθι σκέψιν...
Βιολέτα σὲ  εὐχαριστῶ !



Ὧ, ὁποία ἔκπληξις!

Εἰς τὴν ἄλλην πλευρὰ τῆς γειτονιᾶς,
πέρα ἀπὸ τὸ πέρας τῶν φώτων τῆς πλατεῖας,
περνώντας τὰ ὄμορφα στολισμένα μὲ ἄνθη καὶ ἀγάλματα οἰκήματα,
βαδίζωντας πλάι εἰς τὰ ῥομαντικὰ συντριβάνια,
τὰ κατάμεστα μυριόμορφα καταστήματα
μὲ τὶς λαχταριστὲς νοστιμιὲς καὶ τ’ ἀχνιστὰ  ῥοφήματα,
χαζεύοντας τὶς βιτρῖνες μὲ τὶς στολισμένες κοῦκλες,
θαυμάζοντας τὸ δειλινὸν ποὺ ἑτούτην τὴν εὐμορφίαν ἀγγίζει
καὶ τὶς σκιὲς ποὺ τ’ ὁλοστρόγγυλον φεγγάρι ὁδηγεῖ,
μόλις ἐπέρασα τὸ πέτρινον τῆς ἀκριᾶς σοκάκι,
ἡ θλῖψις ἐπλήρωσε τὴν ἤρεμην ψυχή μου…
Ὧ , ὁποία ἔκπληξις!
Ὑπάρχουν καὶ ἐκεῖ ἄνθρωποι…

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
24-1-2018


Συνεχίστε την ανάγνωση »

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

Μακεδονία







Μακεδονία

Μίαν φορὰν κι ἕναν καιρόν,
γυρολογοῦσε ὁ ἥλιος μοναχός·
πότες ὁμιλοῦσε σ’ ἀψηλά βουνά,
πότες σὲ περιγιάλια ζηλευτά.

κοῦστε με, τοὺς ἔλεε,
ἐδῶ εἶναι Ἑλλάδος γῆ·
ἐδῶ γεννήθηκε ὁ Φώς,
ἐδῶ ὁ ἐλεύθερος, ὁ λόγος, ἡ πνοή.

Κάτω ἀπ’ αὐτὸ τὸ χῶμα
καὶ πέρα ἀπ’ τὰ κορφοβούνια,
ἕνα ἀηδόνι καλαηδεῖ·
τοῦ ἀνέρα φωτός ἡ ἀδελφή.

λεεν ὁ ἥλιος ἔτσι
καὶ τὸν χιονιά της εἶχεν ἀγκαλιὰ
καὶ πότες λευκὰ τὸν ἔλουζαν πουλιά,
μὲ τοῦ Θερμαϊκοῦ τῆς νιότης τὴν χαρά.

Δὲν βλέπω σλαύου, ἔλεεν, φωνήν,
μήτες ὀθωμανοῦ ποδάρι·
βλέπω ψυχὴν Ἑλληνικήν,
γῆν ὁποὺ ἐγέννησεν Θεόν, Θεῶν καμάρι.

λοῦθε ἀφήνω τὸ χρυσαφί μου χάδι,
νὰ ᾿ναι τὸ χῶμα καρπερὸν
κι ἀπάνω εἰς τὰ νερὰ τὸν οὐρανόν,
νὰ εἶναι θέλω γαλανά, φόβος γιὰ τὸ σκοτάδι.

Νῆρον τὸ ὕδωρ τῆς ζωῆς,
θρέφει σε, κόρη τῆς πηγῆς,
ἐσένα Μακεδονία μου, γέννα Ἑλληνικήν,
τοῦ φιλαργύρου πόθε, τοῦ σκοτεινοῦ κατακτητή.

σαμε τοῦ κόσμου τὶς ἀκριές,
Μακεδονία ὑπάρχει
κι ὁποὺ ἀνθρώπινος λαλιά,
τοῦ Ἀλεξάνδρου εἶναι ἡ χάρι.

κοῦστε με τοὺς ἔλεε,
Μακεδονία εἶναι ἡ γῆς αὐτὴ
καὶ τὸ χῶμα ὁποὺ τὴν θρέφει,
εἶναι Γῆς Ἑλληνική.

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην    
4-7-2012
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2017

Δὲν μὲ νίκαε, δὲν τὸν νίκαγα.




Δὲν μὲ νίκαε, δὲν τὸν νίκαγα.


Κι ἔτσι πίνοντας ῥακιὲς
καὶ ἀνάμεσά τους μπέρμπον καὶ φτηνὰ κονιάκ
ἐπροσπάθαγα τὸν διάολον νὰ ξορκὶσω.
Δὲν μὲ νίκαε, δὲν τὸν νίκαγα.

Ἐπαὲ ἐκαθότανε στὰ μυαλά μου,
ἀνάμεσις στῶν ματιῶν μου τὰ ῥιζὰ
κι ἔβγανε μονάχα ἐκεῖνον τὸν ἦχον,
πότες κραυγὴ ἤτανε θαρρεῖς δαιμονισμένης ἱέρειας
καὶ πότες γλεντώντας
ἄφηε τὰ τέσσαρα τοῦ κορμιοῦ του στήθια νὰ μὲ μαγέψουν…
Ἔτσι μᾶς εὕρισκε τὸ φῶς
καὶ ἔτσι ἡ νύκτα μᾶς ἔστεκε πλάι.
Δὲν μὲ νίκαε, δὲν τὸν νίκαγα.

Μὰ ἐπολέμαγα καὶ ἤμουν ὅλος νιότην,
ἀγρίμι, τοῦ ἐκαθόμουν στὴν ῥάχη
κι ἐπροσπάθαγα ἀνάμεσα στὰ σκέλια μου,
τον ὁρμὴν καὶ τον ὀργήν του νὰ πνίξω.

Μ’ αὐτό, λὲς καὶ ἐξεψύχαε,
ὄρθιον ἐστεκότανε
κι ὕστερις ἐκάθιζε στὴν γῆς·
ἄκουα τὴν φωνή του νὰ μαστίζῃ τον ἄσφαλτον
κι ἄφηνε μίαν μυρουδιὰ τὰ σωθικά μου νὰ τρυπάῃ.
Ἤτανε τότες ποὺ μαζύ μου ἐπάλευε ἡ αὐγή,
νὰ νικήσῃ τὸ ἰδικόν της διαβόλι…
κι ἐτρώγαμε τὴν γῆς,
μὲ τὸ φῶς νὰ μὲ θρέφῃ
κι αὐτὸ νὰ ὑπάρχῃ σιωπηλόν,
σ’ ἐμᾶς παραδομένον.
Δὲν μὲ νίκαε, δὲν τὸ νίκαγα.

Διαβόλια μοῦ ἔκαμνε καὶ μαγικά.
Τὸ τριχωτὸν τῆς κεφαλῆς μου ἔπαιρνε
καὶ θαρρῶ πὼς τὶς νύκτες,
ἄσπριες πὼς ὅριζε τὶς ἀκριές μου.
Κι ἐγὼ τότες ἐπάνω στὴν ῥάχιν του ἐπολέμαγα.
Κάποτες ἔφερνε κατὰ πάνω μου τὴν βροχή νὰ μὲ καταδιώκῃ,
μὰ δὲν μὲ νίκαε
καὶ πότες ἔβανε τὸν ἥλιον,
 νὰ κάψῃ τὸ πέτσινον τομάρι ποὺ ἀπὸ παιδὶ ἐφοροῦσα.
Καὶ κάποτες ὀρθὸν καὶ ἄγριον εἰς τὴν γῆς μὲ πετοῦσε.
Δὲν μὲ νίκαε μά,
δὲν τὸ νίκαγα.

Καὶ τότες θυμωμένος ἔφευγα
κι ἔβανα τὰ ποδάρια μου κάτω νὰ εἶναι στὴν γῆς.
Μὰ σὲ κάθε πάτημά τους,
αὐτὸ γύρω μου ἦταν, παντοῦ,
πότες οὐρλιάζοντας, ἀφήνοντας τὰ σημάδια του κάτω
καὶ πότες τὸ τετράψυχον κορμί του ἐτραγούδαε
καὶ πάλι ἐμέναν ἐμάγευε.
Τότες ἐπάλευα πάλι, μανιασμένος ἐπάλευα
καὶ τὸ κράταγα στρατιώτην τῆς ζωῆς μου ἐνόμισα,
γυναῖκα ποὺ ἐλήστευε τοὺς ἔρωτές μου,
τὸ ζεστὸν γαργαλητὸν στ’ ἀχαμνά μου.
Πόσες θαλασσινὲς ἀκριὲς μᾶς ἐζήλεψαν
καὶ πόσα πρωινὰ τῶν ἀνέμων ξυπνήματα μᾶς ἐπόθησαν ἄραγε;
Πόσους φίλους ἐπροσπέρασα ποὺ ἔχασα,
τί μέγεθος πληγῶν ἀπέκτησα ἄραγε;
Πῶς τῶν ἄλλων τὰ μάτια ἐτάραζες,
σὰν μὲ σπῖθες ἐστόλιζες τον ἄσφαλτον σερνόμενος
κι ἀκολουθοῦσε τὸ σπασμένον κορμί μου ποὺ μόνον γιὰ ἐσένα νοιαζόταν;
Ποιὸ θηλυκὸν ἔχω λαχταρήσει τόσον,
ποιὰ φορεσιὰ καμαρώνει ἐπάνω μου,
ποιὸ χαμόγελον, ποιὰ χαρὰ καὶ θλῖψις ποία,
ποιὸ δάκρυ τόσον ἐλεύθερον ὑπῆρξε εἰς τὰ πάλεμά μας;

Ὦ βρὲ διαβόλι, τῆς νιότης καὶ τοῦ γήρατός μου,
σὲ μίσησα, σὲ λάτρεψα,
μὰ τώρα πιᾶς συμπάθα με,
θὰ πιῶ μίαν ἀκόμη ῥακί,
θὰ κλάψω…
καὶ θὰ γείρω ν’ ἀποκοιμηθῶ…

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
13 – 11 – 2017
03:15 πμ.

Ἀφιεροῦται στὰ μεγάλα παιδιά,
ποὺ ἀκόμη ταξειδεύουν
μὲ τὴν «Πρώτην Κυρία»,
ἀνάμεσα στὰ  σκέλια τους….




Συνεχίστε την ανάγνωση »

Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017

Tαξείδεψες ἀπὸ τὶς πέρα ὧρες




Tαξείδεψες ἀπὸ τὶς πέρα ὧρες

Τρέχει τὴν ὥρα ὁ νοῦς μου
καὶ εἶναι μονάχα ἀκόμη νύκτα,
μακρυὰ τὸ ξημέρωμα,
μακρυὰ τὸ φῶς εἶναι
καὶ πάλευα μὲ σκυλιὰ καὶ χρόνο.
Νὰ ξεφύγω ἤθελα,
ἀπὸ τὰ τρεχαλητά τους.

Καὶ εἶναι μονάχα ἀκόμη νύκτα
καὶ ὅλα τὰ ἔβλεπες,
μὲ φῶς μικρὸν 
καὶ γνῶσιν εἰς τὰ χέρια,
ἤσουν πίσω ἀπὸ τὶς ὧρες …
μισὴ ἔρωτας, μισὴ ἔρωτας.

Καὶ ἦταν βρόγχος βαρύς,
ἀνήφορος ἤχους γεμᾶτος,
βγαλμένος ἀπὸ τὴν άποκοιμισμένη μου μιλιὰ 
καὶ οἱ ὧρες,
ἔφεραν μὲ θρίαμβον ἐμπρός μου νὰ σταθῇ,
ἤχος ἠγέτης.

Καὶ πάλευα μὲ σκυλιὰ καὶ χρόνο.
Νὰ τρέξω σὲ χώματα ἤθελα ἐλεύθερα
καὶ εἶχες φωνές,
καὶ φῶς εἰς τὰ χέρια μικρὸν
καὶ ὅλα τὰ ‘βλεπες 
καὶ δίπλα σου μὲ τάξιν ἡ γνῶσις ἀφημένη,
μισὴ ἀνοικτή … μισὴ σφαλιστή.

Καὶ ὀρθός,
μισὸς μὲ γνῶσιν , μισὸς μὲ γύμνια,
νὰ κρύψω ἀπὸ τὶς ὧρες,
τὸν ξυπνημό μου ἤθελα.

Καὶ τότες,ἦλθεν ἡ ντροπής!
Ἄνοιξε τὸ παγωμένον τῆς νυκτὸς κορμί,
καὶ μέσα της, ζωή.
Γέννημα ἦταν τῆς βραχνῆς φωνῆς 
καὶ τῶν ξανθῶν τῆς γῆς χρωμάτων.
Τ’ ἀγκάλιασες,
τὰ φώλιασες εἰς τὸν κόρφο τῆς ἰδικῆς σου ζωῆς,
καὶ τότες εἶπες,
πὼς ἡ γνῶσις σὲ ἐξάντλησε.

Καὶ ἀμείλικτη πάλι,
εἰς τῆς παγωμένης νυκτὸς 
μέσα εὐρέθης τὸ κορμί,
ἀφήνοντας σὲ πέλαα γαλήνης τάξιν καὶ γνῶσιν,
νὰ τὸ κατασπαράξῃς θέλησες.

Πάλευα μὲ τὶς ὧρες καὶ τὸν χρόνο,
νὰ πάρω τὴν ζωὴ ἀπ’ τὰ χέρια σου,
μὰ δὲν τὴν πρόφθασα.
Σιώπησε αὐτὴ 
καὶ ταξίδεψε κάπου 
πίσω ἀπὸ τὸν κόσμο τῆς φωνῆς σου.

Τότες,
πρόσταξες τὴν εὐγένειάν σου,
τὴν ὀδήγησες νὰ σταθῇ ἐμπρός μου,
καὶ ἄφησες τὰ ἴχνη τῆς ζωῆς,
νὰ μὲ παρασείρουν εἰς τὴν ἰδικήν μου ζωή.

Νύκτα σὲ ἐγνώρισα.
Ταξίδεψες ἀπὸ τὶς πέρα ὧρες,
καὶ ἦλθες ἀντίκρυ τῆς φοβισμένης φωτιᾶς νὰ σταθῇς.
Τότες ἦταν πού,
τῆς θαλάσσης τὰ βάθη,
ἔφεραν τὴν κρυμμένην τους πνοή νὰ γευθῇς
κι ἐγὼ ταραγμένος, 
ἀνάμεσα σὲ φοβισμένη φωτιὰ 
καὶ καλοσώρισμα τῆς πέρα ὥρας,
δίπλα εἰς τοῦ Διονύσου τὰ δροσερὰ μαγέματα, ὲθαύμασα....


Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
21-10-2011
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017



           Γεννήθηκα καὶ εὐθὺς εὑρέθηκα σέ ἀπέραντον νὰ κολυμπῶ ὠκεανόν, 
ἀγνοώντας πὼς κάπου ἀπέναντι θὰ εὕρω στεριά… 
Καὶ τώρα ποὺ πλέον ἑλίσσομαι ἀνάμεσα σέ ξέρες καὶ ἄγρια βραχοτόπια, 
ἔχοντας χάσει κάθε δυνατότητα ἐπιστροφῆς 
εἰς τὰ βαθειά, καθάρια καὶ ἄπατα νερά, 
δὲν δύναμαι νὰ πείσω τοὺς νέους κολυμβητάς, 
πὼς ἡ ὄμορφη αὐτὴ διαδρομή, 
κάπου τελειώνει…


Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
9-9-2017
Συνεχίστε την ανάγνωση »