Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Ὁ λόγος ζωή




Ὁ λόγος ζωή

Ἦταν μισὴ σκοτεινιὰ ποὺ τὸν ἥλιον
ἐπάλευε·
νὰ καταπιῇ ζητοῦσε τὴν ἄλλην
φωτεινὴν
καὶ γκρίζον ἀντίκρυ ἦλθεν
ὁπλισμένον,
στρατιὲς τὰ μῶβ,
τὰ πορφυρὰ  τὰ κίτρινα,
πόλεμος…

Νίκην ἐζητοῦσε ἡ σκοτεινιά,
νίκην
καὶ μὲ βροχὴν εἰς τὰ πέλαγα τρόμον
ἔφερε·
μὲ ὁρμὴν ἐστάθη εἰς τὴν γῆς ἀπάνω
καὶ βρόντηξε φωνὴν τῶν τάφων,
ἴσαμε τὶς πούλιες
καὶ τὶς πέρα φωτιὲς ν’ ἀκουσθῇ.

 Ἥλιε, ἥλιε,
χάχάχάχάχά…
καὶ μέσα ἀπὸ τὸν γέλωτα
ὁ νέκυος ὀρθώθη ἄρχων·
κύτταξε μόνον αὐτὸς τὸ φῶς κατάματα,
ἔφτυσε
κι ἄνοιξαν οἱ τάφοι
ζητώντας ἀπὸ τὴν δροσιά του ζωήν.

Μύρισε ἡ γῆς νέκυον χῶμα,
μύρισε ἡ γῆς τῶν τάφων
τ’ ἀνεύλογον ἄνοιγμα
κι ἀκούσθη σὲ μιὰ τῆς σιγαλιᾶς στιγμήν,
οἱ τρεχαλιὲς τῆς τρομαγμένης ἀνοίξεως
νὰ χάνονται σὲ ὑγρὴν σκοταδιασμένην
τοῦ Ἀπρίλη αὐγήν·
μύρισε τοῦ βουνοῦ ἡ πλαγιὰ
καὶ ὁ τῆς γῆς ὀμφαλός…
τότες πρωτόδα
μαῦρα νέκυα γύρω τους μάρμαρα
μὲ ἡδονὴν νὰ γεύωνται
τὸν λόγον τοῦ σκοτεινοῦ ἄρχοντος.

Στάθηκα δυὸ μονάχα πατήματα
δίπλα εἰς τὸ γηραιὸν σοφὸν ξάνθισμα·
ἔκλαια, ἔκλαια, ἔκλαια…
σάρκα σάρκαν ἔτρωγε,
ἔπνιγε πνοὴ τὴν πνοήν,
μαύρη ἦταν ἡ βροχὴ
καὶ σκοταδιασμένη ἡ δόλια χιόνα,
τάφωνε τὸ χῶμα
τῆς κάποτε λεύτερης παγγαίας·
μονάχα ὁ σοφὸς ξανθιστὴς γηραιός,
λόγος παλαιός,
φὼς ζωντανός.

Ἴσαμε τῆς σελήνης τὰ λακούβια
καὶ πέρα ἀπὸ τὰ πέρα πέλαγα τῶν φωτεινῶν
ὁ λόγος ζωντανὸς
ἔκλαιε, ἔκλαιε, ἔκλαιε…
καὶ τὸ χῶμα τὰ δάκρυα ἒχώνευε·
θἆταν θαρρῶ τοῦ Μάρτη κάποιον δείλι
μὲ μαβιὰ παιδούλα ἀπεσπερίδα,
ὅπου τότες ὁ λόγος φῶς
μέσα κρυμμένος σπόρος ἦταν
σὲ νοτισμένον λεύτερον χῶμα.
Ὅσον μιᾶς πνοῆς  τὸ μπόι ἐστηλώθηκε,
κύτταξε τὴν ἄκρην σκοτεινιὰ χαμογελώντας
καὶ πλάι ἔγειρε εὐτυχισμένος,
ἀκούοντας τὸ χαῖρε ἥλιε
χαῖρε ἀνέρα φῶς,
ἀπὸ τὶς βλαστιὲς τῶν γύρω σπόρων κορφές.

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
30-12-2011
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Γαλάζια νἆναι ἡ Λευτεριὰ





Γαλάζια νἆναι ἡ Λευτεριὰ


Ἔλα ἀητέ μου εἰς τὴν φωλιὰ
τῶν ἀποκρήμνων βράχων,
τῆς ἄγριας ὀμορφιᾶς τῶν δειλινῶν,
ὅπου τὴν εἶχαν ἀγκαλιὰ
τὰ λεύτερα πουλιά.

Μικρὸν ἀετόπουλον κρύβει εἰς τὴν ζεστασιά της,
μὲ πάθος ἀνημέρωτον καὶ τρομερὴν λαχτάρα·
γυμνάζει τὶς φτεροῦγες του,
ψάχνει τὴν λευτεριά του,
τοῦ ἀνέμου τὸν ἐρωτισμόν,
πέρα ἀπὸ τὴν πικρὴν σκλαβιά.

Ἡ νιότη ἁπλώνει τὴν δροσιὰ
ἐπάνω εἰς τὰ φτερά του
καὶ ἡ φωλιὰ ἡ ἀγκαλιὰ
εἶναι ἡ σπίθα ἡ πυρκαϊὰ
ποὺ κτίζει τὴν καρδιά του.

Τὸ βλέμμα του πέταγμα τῆς φύσεως ἄγριον,
ἴδιον μὲ τὸ ἰδικόν σου πατέρα ἀητὲ
καὶ ἡ ὡραία θηλυκιὰ πατρώα του φωλιά,
τὸ αἷμα του ζεσταίνει
καὶ τρόμος μέγας γίνεται,
καθὼς τὰ νύχια του ἁπλώνει.

Μὲ ῥάμφος ὡς τὰ πέτρινα βουνὰ
καὶ στῆθος γρανιτένιον,
ἀετόπουλον γεννήθηκε σὲ τούτην τὴν φωλιά,
ὅπου γαλάζια εἶναι τὰ κλαριὰ
καὶ τὰ φτερά του γράφουν, λευτεριά.

Εἶναι τὸ γέννημα τῆς ἀρετῆς,
τοῦ θήλεος καὶ τῆς ψυχῆς.

Ἔλα πατέρα ἀητὲ εἰς τὴν φωλιὰ
νὰ γίνῃ τ' ἀητόπουλο φωτιά,
ν' ἀνέβῃ εἰς τοῦ ἡλίου τὴν χαρὰ
καὶ ὡς φτερωτὸς αὐτὸς τοῦ κόσμου ἐραστής,
νὰ φέρῃ φῶς καὶ ξαστεριά·
γαλάζιος νἆναι ἐκδικητής,
γαλάζια νἆναι ἡ λευτεριά.

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἔλλην
26-4-2011
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2016

Αὐγῆς ἱσταμένης τοῦ Νοέμβρη




Αὐγῆς ἱσταμένης τοῦ Νοέμβρη


Κομψὴ κι ἀέρινη Λυδία ἐσὺ θαλασσινὴ
καὶ αἷμα μου ἐσύ, σπέρμα, μῆτρα κι ἀδελφή,
ψυχὲς γεμάτη ἐσὺ καὶ ὄνειρα κι ἀπελπισιὰ
καὶ θλῖψιν, δάκρυα κι αὐτὸ ποὺ λένε προσφυγιά,
εἰς τὰ πέλαγα ἅπλωσες, εἰς τὰ γύρω καὶ τὰ μακρινά,
καθὼς τῆς Ἀλεξανδρείας τὸ φῶς σὲ ἔλουζε,
 τ’ ἀντίον καὶ ἡ ὕστατη ματιά…


Ὄμορφη ἡ πρώτη κόρη  ἀνέβαινε δειλά,
τοῦ ταξειδιοῦ τ’ ἀλάλητα τὰ σκαλοπάτια·
κι εἶχε ὁ γεροδημητρὸς τὸ χέρι της γερὰ βαστάξει,
μὴν καὶ κάποιος ἄνεμος νυκτερινὸς θαρρεῖς τοῦ τὴν ἁρπάξει·
κομψὴ κι ἀέρινη Λυδία ἐσὺ θαλασσινή.


Κι ἡ ἄλλη νήπια μικρὴ μελαχρινούλα,
δὲν ἐγνώριζε ἐμπρός της τὸν καημόν·
εἰς τὸ ἀτέλειωτον νανούρισμα ἦταν ἀφημένη,
Σμυρνιᾶς, ποὺ ἐπέζησε ἀπ’ τὸ φονικόν, κυνηγημένης,
μ’ ἀθῶα μάτια ἐσφράγιζε ἐτοῦτον τὸν διωγμόν·
κομψὴ κι ἀέρινη Λυδία ἐσὺ θαλασσινή.


Καὶ τώρα ἐτούτη ἐδῶ ἡ ἀνατριχίλα,
μοῦ ἔφερε τὶς μυρωδιὲς ἀπὸ ἐκειὰ ὁποὺ ᾿ταν γαληνεμένες,
μυρωδιὲς ὁποὺ ἡ κόρη ἡ πρώτη ἀναζητᾶ
κι εἶναι τὰ στήθια της γι’ αὐτὸ γερά, πικρὰ σφιγμένα.
Σὰν τότες, αὐγῆς ἱσταμένης τοῦ Νοέμβρη,
ὁπου τἀ μάτια της πρωτόδαν τὸ ξημέρωμα βουνά,
 βουνὰ  Ἑλληνικὰ
καὶ τρέχοντας θὰ ἔφευγε ἀπὸ τὴν λαμαρίνα·
κομψὴ κι ἀέρινη Λυδία ἐσὺ θαλασσινή.


Στέκει ἀκόμη ἀντίκρυ της τὸ πάτημα εἰς τὴν σκάλα,
τὸ βλέμμα τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ εἰς τὴν γλυκειὰν Πατρίδα,
τὸ δάκρυ ποὺ τώρα πιὰς περνᾶ εἰς τὰ ἰδικά της μάτια,
ἄσβεστον ἐκειὰ τῆς ψιθυρίζει,
 μὴν μὲ ξεχνᾶς, σ’ ἐγέννησα,
ἡ μάνα εἶμαι ἡ Ἀλεξάνδρεια·
κομψὴ κι ἀέρινη Λυδία ἐσὺ θαλασσινή…




ΥΓ: «Ἀφιερωμένον εἰς τὰ κοριτσόπουλα ποὺ ἐταξείδεψαν μὲ τὸ Λυδία,
Ἀναστασία καὶ Ἀσημίνα – Κρυστάλλω Δεσποτάκη.»

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
8-9-2016




Συνεχίστε την ανάγνωση »

Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

Πόλεμος

 Πίνακας τῆς Ἀσπασίας Χαϊκάλη.

Πλεμος

Πλεμος, πλεμος·
ξυπντε νθη  κι σες
λουλοδια καμαρωτ ρματωθετε.

, πλεμος
κα πς ν πολεμσς;
Λγα μονχα δνδρα, γ
σο μειναν γερ
κα λοι ο βλαστο
εναι γρω σου ραα καλλωπισμνοι.

Πλεμος.
τιμη γς
κι σ φωτι φιλτη,
φσατε λην τν νθοβολι,
ες τος κορμος κεφλι.

Πλεμος, πλεμος·
μνον μι πτρα, λαμπρ,
ν πολεμσ θλει.
Τ πδια της μπρς τν δηγον,
τρχουν τ νθη πνω της,
κα τν ποδοπατον,
τρχουν ν φγουν μακρυ,
φβος τ ‘καμε τρελλ.

Πλεμος, Πλεμος·
μ νζι ρχεται χθρς,
σ’ να πλατ χαμγελον καβλα,
δν φαρνει σφαρα, οτε καπνι,
φρνει ες τν πτραν τν λαμπρν,
σκοτδι νχ κα καταχνι.

Ατς κμπος τραχς,
ποταν γεμτος μ νθος
πνω σ γερος κορμος,
τρα χει μνον πτρες.

πλεμος φερε φυτ,
γεμτα λα μ’ νθη,
μ τ ξερν τ χμα ατ,
πο εναι γεμτον αμα.

Μσα του ιζνουν δεντρι
ποχουν καρπος τ δκοπα σπαθι,
ν λθ λιος δηγς
ν γν κμπος καρπερός…

Δεσποτκης τς Δαμητρς
λλην
12-6-2011
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016





Ἐξεκίνησα τὴν ἀναρρίχησιν χειροκροτώντας ὁλημερίς.
Κάπου εἰς τὰ μέσα τῆς διαδρομῆς μὲ ἐμίσησαν τὰ χέρια μου.
Ἄμεσα ἐπέστρεψα εἰς τὴν ἀρχὴν
καὶ τότες οἶδα πὼς ἐκεῖ ἦταν ἡ γαλήνη μου·
ἔστεκε μονάχη καὶ ἀξιοπρεπής…

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
7-6-2016
Συνεχίστε την ανάγνωση »