Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

Θεσσαλονίκη

Θεσσαλονίκη
Μιᾶς Κυριακῆς τὸ χάραμα, Ἔρωτας τριγυρνοῦσε,
σὲ ἀσυννέφιαστον γαλήνιον οὐρανὸν πετοῦσε
καὶ κάτωθέ του ἡ ὄμορφη Θεσαλονίκη, φωτεινή,
μὲ πλάγιον λόγον μουσικὸν χαμογελῶντας,
τὸ ἀγαθὸν ἐκαλοσώριζε, τὸ ἀνδρεῖον, τὴν παιδείαν.
Ἐβάσταγ’ ἄπνοον, εἰς τὰ καθάρια χέρια της, ζωήν,
ἀπὸ θάλασσαν πλατιά, πνοὴν παρμένην,
νιότην μὲ χρῶμα ἄλυκον
κι ἀπὸ τὴν γῆς,
καρπὸν βαστοῦσε πράσινον, μαγευτικόν.
Ἐθαύμασα τὸ λυγερὸν, τὸ ἄρωμα, τὴν εὔμορφον Πόλιν,
ὀρθὴν ἐμπρὸς σὲ διάφανα νερὰ εὐτυχισμένην,
πὼς βάσταζαν τὰ χέρια της,
μὰ πόσον ἁπαλὰ τὸν κόσμον,
κόσμον ξένον, κόσμον ἀπ’ ἄλλον κόσμον.
Ζερβὰ της ἔριχνε ἡ ἀστροφεγγιά, πέπλον ὑφαντὸν λευκὸν
καὶ εἰς τοῦ μαρμάρου τὸ ζευγιό μὲ σκόρπιον νέκυον χῶμα,
ἥλιος τὴν ἔπαιζε ὑπέρλαμπρος
κι ὁλοῦθε γύρω φῶς·
μήτες ἀνέμοι, μήτες ἀθρώποι.
Μονάχη ἐτούτη, ἡ Κόρη Θεσσαλονίκη,
τοῦ Βορρᾶ ἡ Χάρις ἐτούτη, ἐσιγοτραγούδαε…
κι ὕστερις, ἄχ…μιὰ θάλασσα εἰς τὰ χέρια της,
ὕμνον ἐναπόθησε τὴν νιότην της.
Νὰ καὶ μιὰ γῆς, ἀπὸ θρῆνον καὶ κραυγές,
βάλσαμον ἔφερεν, ἔφερεν μῦρον
καὶ πιοτὶ ἔφερεν ἀπὸ παλαιὸν ξημέρωμα
κι ἐλεύθερον Λόγον ζυμωμένον.
Ἀργὰ ἀργὰ ἔκλεισα τὰ μάτια μου τότες
κι ἤθελα νὰ μιλήσω,
μὰ λέξις καμμιά…
Κλαυθμὸς εἰς τὰ χείλη μου κι ἀλαλιά·
μονάχη ἡ Θεσαλονίκη,
πλουτόλουστος, ἀέρινη κι Ὡραία,
ἔστρωνεν γῆς κι ἅπλωνεν θάλασσαν,
μαζύ της νὰ εὐφρανθῶ…
καὶ ἔκλαψα…
Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
7-10-2012


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου