Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περὶ Πατρίδος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περὶ Πατρίδος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Αυγούστου 2018

Καταμεσήμερον τ’ Αὐγούστου





Καταμεσήμερον τ’ Αὐγούστου


Ἦταν τὸ χέρι τοῦ καιροῦ βαρύ,
γκρίζον, σκοτεινιασμένον
καὶ μεμιᾶς ἔσειρε τὴν σκοτεινιά
δυὸ μονάχα σπιθαμὲς
κάτω ἀπὸ τὴν ἀνυποψίαστην λιακάδα.

Νέον κάτω ἦταν τὸ πέλαον,
πρωτογεννημένον·
ἀφημένα εἶχε τὰ νερά του 
μὲ δροσιές, μὲ ἀφρούς, μὲ μουσικήν,
εἰς τοῦ Αἰόλου τὶς πνοὲς
καὶ μέσα τους,
ἡ δροσερὴ γαλάζια καρδιά του,
γευόταν τὴν αἴσθησιν
τοῦ ὡραίου οὐρανίου θηλυκοῦ,
ποὺ μιᾶς ἐπετοῦσε εἰς τ’ ἀστέρια κοντὰ
καὶ τὴν ἄλλην,
ἐβουτοῦσε εἰς τῆς γῆς τὰ βάθη, 
νὰ θρέψῃ μὲ φῶς,
τὸ πρωτογεννημένον γαλάζιον.

Ἦταν καταμεσήμερον τοῦ Αὐγούστου
κι ἀγριεμένη ἐστάθη
ἀπάνω τοῦ πελάου ἡ σκοτεινιά·
ἐγέλασε
κι ὁ ἄνεμος κάκοσμος ἐγένη.

Μονάχον τ’ οὐρανοῦ τὸ θηλυκόν,
πίσω ἀπὸ τὰ στήθια του
τὸ μικρὸν ἔκρυψε πέλαον
κι ἔπειτας μέσα εἰς τὶς δροσιές,
μὲ τοῦ ἀνέμου τοὺς ἤχους ἀγκαλιασμένον,
ἀφέθη ἀνάλαφρα
ὡς τοῦ Ὀκτώβρη  φῦλλον
ποὺ ἀργὰ πρὸς τὴν μάνα του γῆν ταξειδεύει.

Σιωπὴ εἶναι τώρα καὶ σκότος παντοῦ·
ν’ ἁρπάξῃ τὴν ὡραίαν ὁρμᾶ ἡ σκοτεινιά,
νὰ σκοτώσῃ τὴν πλάση…
ἴσα ὁ Αἴολος μὲ τὸ ᾿να του χέρι τὸ πέλαον σώζει,
τὸ πρωτογεννημένον
καὶ ἡ ὡραία,
κυττᾶ ἀψηλά,
χαρίζοντας φῶς ,
χαμογελώντας εἰς τὴν ζωή.

Ἱέραξ μέγας ἄνωθεν ὁ ἥλιος,
δύει καταμεσήμερον
καὶ μέσα εἰς τὰ πορφυρά του,
νὰ ἡ δροσιὰ τρυπώνει,
νὰ καὶ τὰ γαλάζια
καὶ ἡ ὡραία τ’ οὐρανοῦ,
τὴν μιὰ βουτᾶ εἰς τὴν δύσιν του
καὶ τὴν ἄλλη ἀναδύεται χαμογελώντας,
σκορπίζωντας φῶς
γύρω ἀπὸ τὸ πρωτογεννημένον πέλαος·
τυφλώνεται ἡ σκοτεινιὰ
κι ἔρχεται, νἄτη,
νἄτη πάλι ἡ λευτεριά.

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
2-8-2011

Συνεχίστε την ανάγνωση »

Κυριακή 22 Ιουλίου 2018

Ἔσσεται Ἦμαρ




Ἔσσεται Ἦμαρ

Καὶ πέρασαν σχόλες καὶ κυριακάδες,
μὲ στολίσματα καὶ λόγους·
τὸ ἄλλον φῶς, 
τὸ σκοτεινόν,
τὶς κορῶνες ἀκόμη προστάτευε·
καὶ ὀδύνες ἡ ψυχὴ εἶχε·
ἔκραζε, ἔκλαιε, σιωποῦσε …
Τὸ δεῖλι ἦταν τῶν ἡμερῶν,
τότες ὁποὺ ἡ δουλεία,
νὰ ξημερώνῃ ἐμάθαινε, 
εἰς τῆς ἄλλης τὴν ῥάχιν ἡμέρας.

Ἥλιεεεε....
ὁ ὀδυρμὸς τῆς γηραιᾶς ἠκούσθη αὐγῆς·
προδομένη ἀπὸ τὶς χίλιες μυρωδιές,
τὸ πληγωμένον της σείροντας κορμί,
τὰ μύρια ἀναζητοῦσε τοῦ κόσμου χρώματα.

- σσσσσσς…..
μὴν μιλᾶς...

Ξαφνιασμένη γύρισε τὴν φωνὴν νὰ ἰδῇ·
ἡ παλαιὰ τῆς μιλοῦσε ζωή,
καθισμένη σὲ ξέφωτον ἀπάνω χῶμα.
Τὰ στήθια της λεύτερα εἶχε
κι ἀπὸ τὶς ὀρθομένες της ῥῶγες,
τὰ χείλη ἐπάλευαν, 
αὐτῆς τῆς γῆς τῆς γέννας,
ν’ ἀδράξουν δυὸ μόνον δράμια ζωῆς…

- σσσσσσς……
μὴν μιλᾶς. 
Πρόλαβε τὴν γηραιὰν αὐγήν.
Ἔτρωεν τὸ βρέφος 
καὶ ἦταν τὸ ξέφωτον ὡραῖον
καὶ ἡ χαρὰ εἰς τὸ χῶμα ῥίζωνε·
κι εὐθὺς αὐτὸ μεμιᾶς,
χρώματα γεννοῦσε ἀνθισμένα,
τὰ μάτια νὰ γνωρίζουν τὴν χαρά του.

Γύρισε τότες μιὰς τὸ βλέμμα του πρὸς τὴν αὐγήν
καὶ ἀπὸ τὸ δάκρυ της εἶδα,
ἐχύθη γαλάζιον,
νὰ διώξῃ τοῦ Αἰγαίου τὴν θλῖψιν·
καὶ εἰς τῆς πέρα γῆς τὶς σκοτεινιές,
χρύσωνε τὸ ξημέρωμα!
- σσσσσς……
μίλησες τότες ἡ παλαιὰ ζωή,
σφίγγοντας ἀπάνω εἰς τὰ λεύτερα στήθια της,
τὸ βρέφος.

- Αὐγή,
νὰ ἔρχεσαι κάθε πρωινόν,
νὰ χαίρεται καὶ νὰ γελᾶ ἡ μικρή·
εἶναι τοῦ Ἡλίου,
τοῦ ἄρχοντος τοῦ πληγωμένου, 
ἡ θυγατέρα ἡ χρυσωμένη·
μητέρα της ἦταν η ἄνοιξις,
μὰ τώρα τρέφεται ,
ἀπὸ τὸ κόκκινον τοῦ στήθους μου αἷμα·
νὰ ῤχεσαι αὐγὴ νὰ τὴν φωτᾶς,
σσσσσς….
ναί, μὴν κλαίεις αὐγή, 
ναὶ, ναί,
ἡ μικρούλα εἶναι,
ἡ Ἐλευθερία!
Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
7-1-2011
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Δευτέρα 23 Απριλίου 2018

Τ’ ἀνθιὰ τῆς λευτεριᾶς





Τ’ ἀνθιὰ τῆς λευτεριᾶς


Ἀκόμη μία ἐπέρασεν τοῦ ξυπνημοῦ

ἡμέρα, πέραν τοῦ φωτός,

τῆς ὡραιοτάτης πέραν, τῆς εὐμορφιᾶς·

αὐτῆς ὁποὺ φθονεῖ ἡ αὐγὴ
καὶ τ’ ἄμοιρον δεῖλι,
ματώνει εἰς τὸ βασίλεμά του…

Ἦλθεν χάραμα τὸ πρῶτον ἀνάσαιμα,
μὰ ἔλειπεν ἡ εὐωδιά σου·
κι ἦταν γύρω ὁ κόσμος μου Θεά,
κῆπος κατάσπαρτος μ’ ἀνθιά·
μὰ ἔλειπες ἀρχόντισσα
κι ἔκλαιε ἀκριανὰ ἡ ῥὸζ ἑκατονταφυλλιά…

Ἔρμον τὸν καλπασμόν σου Φῶς,
ἄκουαν τὰ βουνὰ μὲ θλῖψιν
κι ἔσταξε ἀξάφνου δάκρυον τότες,
εἰς τὰ γαλάζια βάθη
τῶν πελάων καταμεσῆς
κι ἔγινεν ζωὴ μὲ ἄλικον χρῶμα…

Ἐπάλεψεν μὲ τῶν βυθῶν τὰ σκότη,
μὲ τὰ πελάη τ’ ἄγρια τὰ δουλικά,
μὲ τὴν ῥότα ἐταξείδεψεν τῶν ἐλεύτερων ἀφρῶν,
ἐγνώρισε τῆς γῆς ἀνθρώπους
καὶ σούρουπον θὰ ᾿ταν πιάς, ἀποκαμωμένη,
εἰς τῶν χειλιῶν σου, ὦ Ἐλευθερία, ἐκούρνιασε τὸν ἔρωτα,
ν’ ἀποκοιμηθῇ…

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
23-4-2011

Φωτογραφία «κλεμμένη» ἀπὸ ἄλμπουμ τῆς Βιολέτας Μελέτη.
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Σάββατο 13 Ιανουαρίου 2018

Μακεδονία







Μακεδονία

Μίαν φορὰν κι ἕναν καιρόν,
γυρολογοῦσε ὁ ἥλιος μοναχός·
πότες ὁμιλοῦσε σ’ ἀψηλά βουνά,
πότες σὲ περιγιάλια ζηλευτά.

Ἀκοῦστε με, τοὺς ἔλεε,
ἐδῶ εἶναι Ἑλλάδος γῆ·
ἐδῶ γεννήθηκε ὁ Φώς,
ἐδῶ ὁ ἐλεύθερος, ὁ λόγος, ἡ πνοή.

Κάτω ἀπ’ αὐτὸ τὸ χῶμα
καὶ πέρα ἀπ’ τὰ κορφοβούνια,
ἕνα ἀηδόνι καλαηδεῖ·
τοῦ ἀνέρα φωτός ἡ ἀδελφή.

Ἔλεεν ὁ ἥλιος ἔτσι
καὶ τὸν χιονιά της εἶχεν ἀγκαλιὰ
καὶ πότες λευκὰ τὸν ἔλουζαν πουλιά,
μὲ τοῦ Θερμαϊκοῦ τῆς νιότης τὴν χαρά.

Δὲν βλέπω σλαύου, ἔλεεν, φωνήν,
μήτες ὀθωμανοῦ ποδάρι·
βλέπω ψυχὴν Ἑλληνικήν,
γῆν ὁποὺ ἐγέννησεν Θεόν, Θεῶν καμάρι.

Ὁλοῦθε ἀφήνω τὸ χρυσαφί μου χάδι,
νὰ ᾿ναι τὸ χῶμα καρπερὸν
κι ἀπάνω εἰς τὰ νερὰ τὸν οὐρανόν,
νὰ εἶναι θέλω γαλανά, φόβος γιὰ τὸ σκοτάδι.

Νῆρον τὸ ὕδωρ τῆς ζωῆς,
θρέφει σε, κόρη τῆς πηγῆς,
ἐσένα Μακεδονία μου, γέννα Ἑλληνικήν,
τοῦ φιλαργύρου πόθε, τοῦ σκοτεινοῦ κατακτητή.

Ἴσαμε τοῦ κόσμου τὶς ἀκριές,
Μακεδονία ὑπάρχει
κι ὁποὺ ἀνθρώπινος λαλιά,
τοῦ Ἀλεξάνδρου εἶναι ἡ χάρι.

Ἀκοῦστε με τοὺς ἔλεε,
Μακεδονία εἶναι ἡ γῆς αὐτὴ
καὶ τὸ χῶμα ὁποὺ τὴν θρέφει,
εἶναι Γῆς Ἑλληνική.

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην    
4-7-2012
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Τρίτη 29 Αυγούστου 2017

Ἐλεύθερος Ἐραστὴς





Ἐλεύθερος Ἐραστὴς

Ἤθελα νὰ κυττάξω μέσα εἰς τὰ πράσινα, 
τὰ γαλάζια, τὰ πορφυρά σου.
Ἤθελα νὰ μυρίσω τὶς βουνοκορφές, τὶς θάλασσες,
νὰ μυρίσω ἤθελα τὴν καρδιά σου.
Ἤθελα νὰ γευθῶ τὸ κορμί σου,
τὰ χεὶλη μου πλάνη νὰ μὴν γνωρίσουν ξανά.
Ἤθελα τὸ δέρμα σου ν' ἀγγίζῃ τὸ δικό μου, 
ὅταν τὰ βήματά μου σκίζουν τὸν πόνο σου.
Ἤθελα μέρος, κομμάτι ἰδικόν σου νὰ ξαναγίνω,
ἡ ἀγκαλιά σου σύμπαν ἁγνόν, 
νὰ μὲ δεχθῇ...
Ἤθελα νὰ γεύομαι τὸ φῶς,
ὅταν τὸ γυμνὸν κορμί μου, ταξειδεύει ἐπάνω σου.
Ἤθελα ὁ ἥλιος ἐραστής σου νὰ συμπαθῇ κι ἐμένα,
ἡ λάμψις του χάδι νὰ εἶναι δικό μου.
Ἤθελα μόνον ἐσένα Χῶμα μου καὶ τὸ χρυσαφένιον τοῦ ἡλίου κορμί.
Ἤθελα ἡ ἀνάσα μου γεμάτη θυμάρι καὶ ἁγιόκλιμα νὰ ᾿ναι.
Ἤθελα ὁ ἀγέρας, κι αὐτὸς στολίδι ἐπάνω μου νὰ ᾿ναι.
Ἤθελα τὶς Κυριακάδες στὶς ξέφωτες ὀμορφιές σου,
ἐνδεδυμένος καμαρωτὰ τὴν ἐλευθερία,
εἰς τὴν ἀγκαλιά σου νὰ πέφτω.
Ἤθελα δάκρυα μόνον χαρᾶς γεμᾶτος νὰ εἶμαι.
Ἤθελα ἐρωμένη τοῦ φωτὸς Ἑλλάδα μου,
νὰ  ᾿μαι ὁ ἐλεύθερος ἐραστής σου,
γεμᾶτος θυμάρι κι ἁγιόκλιμα,
μὲ πράσινον χρῶμα καὶ γαλάζιον
καὶ πορφυροῦν τοῦ ἡλίου δάκρυ·
καὶ βουνοκορφὲς ἀγκαλιά μου νὰ ᾿χω
καὶ πέλαγα γαλάζια
καὶ νερὰ καὶ κρυστάλλια νάματα πηγῶν,
μὲ λουσμένες νεράιδες καὶ νούφαρα εὐωδιαστὰ
καὶ δροσιὲς ὄμορφες,
ὄπως τὸ χάδι τοῦ Ἔρωτος
καὶ τὸ χαμόγελον τῆς ἐρωμένης του Ψυχῆς
καὶ ἡ Ἔριδα νὰ ᾿ναι μὲ θλῖψιν,
ὁ Ὄλυμπος σιωπηλός,
καὶ δόρατα νὰ ᾿χω καὶ ξίφη τοῦ  Ἡφαίστου πολλά.
Ἤθελα Ἑλλάδα μου...

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην.
4-9-2010
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2016

Γαλάζια νἆναι ἡ Λευτεριὰ





Γαλάζια νἆναι ἡ Λευτεριὰ


Ἔλα ἀητέ μου εἰς τὴν φωλιὰ
τῶν ἀποκρήμνων βράχων,
τῆς ἄγριας ὀμορφιᾶς τῶν δειλινῶν,
ὅπου τὴν εἶχαν ἀγκαλιὰ
τὰ λεύτερα πουλιά.

Μικρὸν ἀετόπουλον κρύβει εἰς τὴν ζεστασιά της,
μὲ πάθος ἀνημέρωτον καὶ τρομερὴν λαχτάρα·
γυμνάζει τὶς φτεροῦγες του,
ψάχνει τὴν λευτεριά του,
τοῦ ἀνέμου τὸν ἐρωτισμόν,
πέρα ἀπὸ τὴν πικρὴν σκλαβιά.

Ἡ νιότη ἁπλώνει τὴν δροσιὰ
ἐπάνω εἰς τὰ φτερά του
καὶ ἡ φωλιὰ ἡ ἀγκαλιὰ
εἶναι ἡ σπίθα ἡ πυρκαϊὰ
ποὺ κτίζει τὴν καρδιά του.

Τὸ βλέμμα του πέταγμα τῆς φύσεως ἄγριον,
ἴδιον μὲ τὸ ἰδικόν σου πατέρα ἀητὲ
καὶ ἡ ὡραία θηλυκιὰ πατρώα του φωλιά,
τὸ αἷμα του ζεσταίνει
καὶ τρόμος μέγας γίνεται,
καθὼς τὰ νύχια του ἁπλώνει.

Μὲ ῥάμφος ὡς τὰ πέτρινα βουνὰ
καὶ στῆθος γρανιτένιον,
ἀετόπουλον γεννήθηκε σὲ τούτην τὴν φωλιά,
ὅπου γαλάζια εἶναι τὰ κλαριὰ
καὶ τὰ φτερά του γράφουν, λευτεριά.

Εἶναι τὸ γέννημα τῆς ἀρετῆς,
τοῦ θήλεος καὶ τῆς ψυχῆς.

Ἔλα πατέρα ἀητὲ εἰς τὴν φωλιὰ
νὰ γίνῃ τ' ἀητόπουλο φωτιά,
ν' ἀνέβῃ εἰς τοῦ ἡλίου τὴν χαρὰ
καὶ ὡς φτερωτὸς αὐτὸς τοῦ κόσμου ἐραστής,
νὰ φέρῃ φῶς καὶ ξαστεριά·
γαλάζιος νἆναι ἐκδικητής,
γαλάζια νἆναι ἡ λευτεριά.

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἔλλην
26-4-2011
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Σάββατο 4 Ιουλίου 2015

Τριακόσιες καὶ μία κορῶνες



Τριακόσιες καὶ μία κορῶνες

Νύκτα ἦταν μόνον πιά·
ἡ σκοτεινὴ καὶ ξεδιάντροπη
μὲ κυνηγοῦσε μανιασμένα
κι ἔτρεχα,
μὰ ἦταν μόλις δυὸ τρεχαλιὲς ξωπίσω μου.
Τότες ἦταν ποὺ ἐζήτησα
τοῦ χαμένου τὴν εὔνοιαν  φωτός,
νὰ μὲ ὁδηγήσῃ ἤθελα ἀψηλὰ
εἰς τὶς πέντες βαθμίδες.

Καὶ ἰδοῦ εἶπε·
ἐδῶ ἡ κλῖμαξ
καὶ τὸ πρῶτον πάτημα
καὶ πλανήθηκα
καὶ ἀπάνω της εἶδα τὰ λάθη καὶ τὴν ἔχθρα
καὶ τὴν κορώνα νὰ γελᾶ.
Λευκὰ τὰ δόντια της,
τὰ χείλη ῥὸζ ὡραῖα
καὶ μέσα τάφος·
νοτισμένον χῶμα
καὶ ζωὴ σὲ αὐτὸ ἀφημένη,
ἦταν καὶ ἡ γκρίζα γκρίνια τ’ οὐρανοῦ,
ὁποὺ νὰ ἰδοῦν τὰ μάτια μου
δὲν ἄφηνε
καὶ τότες ἦλθεν τὸ κτύπημα.
Εὑρέθηκα σὲ κόσμον κενόν,
μὲ φῶς νὰ ψεύδεται
ὀμπρὸς εἰς τῆς αὐγῆς τὸν ἐρχομόν
κι ἔφευγε αὐτὴ
σὲ ἄλλην πήγαινε γῆν νὰ ξημερώσῃ
κι ἐδῶ ἦταν μόνον νύκτα πιά.
Καὶ εἶδα γλῶσσες τότες
καὶ ἄκουα, ἄκουα, ἄκουα,
δὲν εἶχα πλέον ἰδικήν μου
νὰ εἰπῶ.

Πάτημα εἶχα εἰς τὴν δευτέραν βαθμίδα,
ὁποὺ ἡ κορώνα γυάλιζε πιότερον
μέσα σὲ γκρίζον κόσμον.
Μὲ κύτταξε,
χαμογέλασε
καὶ πίσω εἶδα ἀπὸ τὰ ῥοζάτα της χείλη
νὰ σέρνεται εἰς τοὺς τάφους
ἡ δική μου γλῶσσα·
τὰ χείλη της ἔκλεινε ἀργὰ
καὶ τὸ χρυσοῦν της χρῶμα
σκουριὰ ἔγινε
καὶ μέσα πετάχθηκε ἀπὸ τὰ μάτια της,
φωτιά.
Τότες ἦταν ποὺ πάλεψα
μὲ τὸν χρόνον καὶ τὸ κενόν·
ἄνεμος βίαιος, γυμνὸς
καὶ βροχὴ μ’ ἀσήμια ἐνδεδυμένη
ἐξάγνισαν τὸ κορμί μου.
Μετά,
ἦλθεν τὸ λίγον φῶς,
ξεχασμένον πίσω ἀπὸ ὀρεινὲς σπηλιὲς
καὶ κάποτες
μέσα σὲ ἄπατα νερὰ πελαγίσια
νὰ μ’ εὐλογίσῃ.

Τότες ἄνοιξαν σὰν χάσματα τῆς γῆς τὰ μάτια μου
καὶ εἶδα ὀμπρὸς
γιὰ δυὸ μονάχα στιγμὲς
τοῦ ἀλλουνοῦ τρεχάματος τοῦ χρόνου·
τὴν τρίτην βαθμίδα.
Γλῶσσα καμμιά,
αὐδὴ πουθενά,
νεκρὰ τὰ πουλιά,
στάσιμα τὰ νερὰ
καὶ τὰ βουνὰ σκυμμένα·
ὦ Ὄλυμπε.
Τότες εἶδα τὶς ἀστραπὲς
καὶ φίδια ἁρματωμένα
μὲ φωτιὲς εἰς τὰ λέπια
καὶ θρόνους πολλοὺς
μὲ κορῶνες ἀπὸ μάλαμα
καὶ ὡραῖα χείλη
ποὺ μέσα τους
τάφους καὶ ζωὲς π’ ἀκόμη ἀνασαίνουν
φυλακισμένες εἶχαν.
Ὀρθώθηκα,
χωρὶς γλῶσσα
καὶ μέσα ἀπ’ τὰ σκοτάδια,
θέλησα τὶς μαῦρες φωτιὲς νὰ κατασβήσω
ποὺ ἀπέναντί μου παρατεταγμένες
τὴν μεγάλην κορώνα μιὰς
καὶ μιὰς τὶς μικρές,
ἀπὸ ἐμένα προστάτευαν…

Τότες ἦταν ποὺ ἔνοιωσα πόνον.
Ἔπεφτα, ἔπεφτα, ἔπεφτα,
τὸ χῶμα ἦταν ἀκόμη γλυκύ,
θέλησε κάτι νὰ εἰπῇ
πρὶν ἡ πίκρα τὸ πάρῃ,
μὰ δὲν ἄκουα,
δὲν ἄκουα, δὲν ἄκουα,
δὲν ἤξερα πὼς τὸ πάτημά μου
ἡ τετάρτη ἦταν βαθμίδα.
Ἔσκυψα καὶ μύρισα τὸ χῶμα,
ζοῦσε ἀκόμη.
ἄρπαξα γρήγορα γρήγορα
ὅσον μποροῦσα
καὶ εἰς τὸν κόρφον μου
θέλησα νὰ τὸ παραχώσω,
νὰ πάρῃ τῆς καρδιᾶς μου τὴν θέρμη
καὶ ἀπὸ τοὺς κτύπους της
ν’ ἀναστηθῇ.
Τότες ἄκουσα
τὸ τρανταχτὸν τῆς μεγάλης κορώνας γέλιο·
ἤμουν γυμνός,
δὲν εἶχα κόρφον,
πλανήθηκα.
Τὰ δάκρυά μου
παρακαλοῦσαν τὸ οὐρλιαχτόν μου νὰ βγῇ·
μά,
δὲν εἶχα φωνή.

Κύτταξα πίσω ἀπὸ τὸ πέρα χῶμα,
εἶδα τὰ ἴχνη ἀπὸ τὸ λίγον φῶς
καὶ τότες ἡ εὐλογία του
τὰ στήθια μου ἐφώτισε·
ἄρχισα νὰ τρέχω,νὰ τρέχω,
νὰ τρέχω ὅλον καὶ πιὸ γρήγορα.
Πήδηξα μὲ τόσην δύναμιν
ποὺ εἶδα ἀπορημένον
τὸν χρόνον πίσω μου νὰ κυττᾶ·
πάτημα εἶχα εἰς τὴν πέμπτην βαθμίδαν.
Τρόμος παντοῦ,
σκοταδιασμένη ζωὴ καὶ τάφοι
καὶ ὁλοῦθε σιγή.
Μονάχα ἡ μεγάλη κορώνα
ἀψηλὰ σὲ θρόνον
ἀπὸ αἷμα γαλάζιον φτιαγμένον
καὶ οἱ μικρὲς κορῶνες γύρω της
μιλοῦσαν, γελοῦσαν καὶ ἔφτυναν·
ὁ ἀέρας βρωμοῦσε
τὰ χείλη τους ῥὸζ
καὶ μέσα σαπίλα,
πλανήθηκα,
ἔκλαψα,
ἤμουν πλέον ἄγλωσσος
κι ὀμπρὸς
κορῶνες τριακόσιες καὶ μία,
ἀρνησίγλωσσες.
Ἦλθεν τότες τὸ ἰδικόν τους
τὸ ψεύτικον φῶς μὲ στρατόν,
μὲ βίαν ἐμπρός τους μ’ ἔστησαν
νὰ μὲ δικάσουν.
Ἄκουα, ἄκουα, ἄκουα,
ἔνοχος ἄκουα,
θάνατος ἄκουα.
Ἔνοχος ἄκουα καὶ θάνατος πάλι εἶπαν,
τριακόσιες καὶ μία κορῶνες
ἀπάνω σὲ θρόνους κτισμένους
μὲ αἷμα γαλάζιον καὶ χῶμα ζωντανόν
καὶ φῶς ἀναληθὲς τῆς νυκτός.

- taraxes ti isoropia twn tafwn,
emis theloume to kalo tou laou…

Ἄκουα τὴν φωνὴν τῆς μεγάλης κορώνας
κ’ ἔκλαια·
δὲν εἶχα φωνήν,
ἤμουν ἄγλωσσος
καὶ αὐτὲς ἀρνησίγλωσσες.
Ὦ μεγίστη Δίκη
καὶ Νέμεσις καὶ Ἄτη
ὑμνῶ σας.
Ἐγέλασα…
μέσα ἀπὸ τὰ ῥοζάτα τους χείλη,
τ’ ἀχόρταγα σκουλήκια
ποὺ ζοῦσαν εἰς τοὺς τάφους
ἔτρωγαν τὰ σωθικὰ τῶν κορωνῶν.
Ἐγέλασα τρανταχτά!
Μαῦρον τὸ ἰδικόν σας αἷμα
γαλάζιον τὸ ἰδικόν μου εἶναι.
Καθὼς οἱ μαῦρες φωτιὲς μὲ διέγραφαν ἀπὸ τὴν ζωή,
καθὼς νεκρὸς ἔπεφτα εἰς τὸ χῶμα,
ἄκουα, ἄκουα, ἄκουα,
κραυγὲς πόνου,
τὰ σκουλήκια κάνουν πάντα τὴν δουλειά τους καλά,
ἕως τὸ τέλος…

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην 
5-12-2011

Ἡ φωτογραφία εἶναι
τοῦ  Moukas Art.
Συνεχίστε την ανάγνωση »