Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περὶ Πατρίδος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περὶ Πατρίδος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Αυγούστου 2018

Καταμεσήμερον τ’ Αὐγούστου





Καταμεσμερον τ’ Αγοστου


Ἦταν τὸ χέρι τοῦ καιροῦ βαρύ,
γκρίζον, σκοτεινιασμένον
καὶ μεμιᾶς ἔσειρε τὴν σκοτεινιά
δυὸ μονάχα σπιθαμὲς
κάτω ἀπὸ τὴν ἀνυποψίαστην λιακάδα.

Νέον κάτω ἦταν τὸ πέλαον,
πρωτογεννημένον·
ἀφημένα εἶχε τὰ νερά του 
μὲ δροσιές, μὲ ἀφρούς, μὲ μουσικήν,
εἰς τοῦ Αἰόλου τὶς πνοὲς
καὶ μέσα τους,
ἡ δροσερὴ γαλάζια καρδιά του,
γευόταν τὴν αἴσθησιν
τοῦ ὡραίου οὐρανίου θηλυκοῦ,
ποὺ μιᾶς ἐπετοῦσε εἰς τ’ ἀστέρια κοντὰ
καὶ τὴν ἄλλην,
ἐβουτοῦσε εἰς τῆς γῆς τὰ βάθη, 
νὰ θρέψῃ μὲ φῶς,
τὸ πρωτογεννημένον γαλάζιον.

Ἦταν καταμεσήμερον τοῦ Αὐγούστου
κι ἀγριεμένη ἐστάθη
ἀπάνω τοῦ πελάου ἡ σκοτεινιά·
ἐγέλασε
κι ὁ ἄνεμος κάκοσμος ἐγένη.

Μονάχον τ’ οὐρανοῦ τὸ θηλυκόν,
πίσω ἀπὸ τὰ στήθια του
τὸ μικρὸν ἔκρυψε πέλαον
κι ἔπειτας μέσα εἰς τὶς δροσιές,
μὲ τοῦ ἀνέμου τοὺς ἤχους ἀγκαλιασμένον,
ἀφέθη ἀνάλαφρα
ὡς τοῦ Ὀκτώβρη  φῦλλον
ποὺ ἀργὰ πρὸς τὴν μάνα του γῆν ταξειδεύει.

Σιωπὴ εἶναι τώρα καὶ σκότος παντοῦ·
ν’ ἁρπάξῃ τὴν ὡραίαν ὁρμᾶ ἡ σκοτεινιά,
νὰ σκοτώσῃ τὴν πλάση…
ἴσα ὁ Αἴολος μὲ τὸ ᾿να του χέρι τὸ πέλαον σώζει,
τὸ πρωτογεννημένον
καὶ ἡ ὡραία,
κυττᾶ ἀψηλά,
χαρίζοντας φῶς ,
χαμογελώντας εἰς τὴν ζωή.

Ἱέραξ μέγας ἄνωθεν ὁ ἥλιος,
δύει καταμεσήμερον
καὶ μέσα εἰς τὰ πορφυρά του,
νὰ ἡ δροσιὰ τρυπώνει,
νὰ καὶ τὰ γαλάζια
καὶ ἡ ὡραία τ’ οὐρανοῦ,
τὴν μιὰ βουτᾶ εἰς τὴν δύσιν του
καὶ τὴν ἄλλη ἀναδύεται χαμογελώντας,
σκορπίζωντας φῶς
γύρω ἀπὸ τὸ πρωτογεννημένον πέλαος·
τυφλώνεται ἡ σκοτεινιὰ
κι ἔρχεται, νἄτη,
νἄτη πάλι ἡ λευτεριά.

Δεσποτκης τς Δαμητρς
λλην
2-8-2011

Συνεχίστε την ανάγνωση »

Κυριακή 22 Ιουλίου 2018

Ἔσσεται Ἦμαρ




Ἔσσεται Ἦμαρ

Καὶ πέρασαν σχόλες καὶ κυριακάδες,
μὲ στολίσματα καὶ λόγους·
τὸ ἄλλον φῶς, 
τὸ σκοτεινόν,
τὶς κορῶνες ἀκόμη προστάτευε·
καὶ ὀδύνες ἡ ψυχὴ εἶχε·
ἔκραζε, ἔκλαιε, σιωποῦσε …
Τὸ δεῖλι ἦταν τῶν ἡμερῶν,
τότες ὁποὺ ἡ δουλεία,
νὰ ξημερώνῃ ἐμάθαινε, 
εἰς τῆς ἄλλης τὴν ῥάχιν ἡμέρας.

Ἥλιεεεε....
ὁ ὀδυρμὸς τῆς γηραιᾶς ἠκούσθη αὐγῆς·
προδομένη ἀπὸ τὶς χίλιες μυρωδιές,
τὸ πληγωμένον της σείροντας κορμί,
τὰ μύρια ἀναζητοῦσε τοῦ κόσμου χρώματα.

- σσσσσσς…..
μὴν μιλᾶς...

Ξαφνιασμένη γύρισε τὴν φωνὴν νὰ ἰδῇ·
ἡ παλαιὰ τῆς μιλοῦσε ζωή,
καθισμένη σὲ ξέφωτον ἀπάνω χῶμα.
Τὰ στήθια της λεύτερα εἶχε
κι ἀπὸ τὶς ὀρθομένες της ῥῶγες,
τὰ χείλη ἐπάλευαν, 
αὐτῆς τῆς γῆς τῆς γέννας,
ν’ ἀδράξουν δυὸ μόνον δράμια ζωῆς…

- σσσσσσς……
μὴν μιλᾶς. 
Πρόλαβε τὴν γηραιὰν αὐγήν.
Ἔτρωεν τὸ βρέφος 
καὶ ἦταν τὸ ξέφωτον ὡραῖον
καὶ ἡ χαρὰ εἰς τὸ χῶμα ῥίζωνε·
κι εὐθὺς αὐτὸ μεμιᾶς,
χρώματα γεννοῦσε ἀνθισμένα,
τὰ μάτια νὰ γνωρίζουν τὴν χαρά του.

Γύρισε τότες μιὰς τὸ βλέμμα του πρὸς τὴν αὐγήν
καὶ ἀπὸ τὸ δάκρυ της εἶδα,
ἐχύθη γαλάζιον,
νὰ διώξῃ τοῦ Αἰγαίου τὴν θλῖψιν·
καὶ εἰς τῆς πέρα γῆς τὶς σκοτεινιές,
χρύσωνε τὸ ξημέρωμα!
- σσσσσς……
μίλησες τότες ἡ παλαιὰ ζωή,
σφίγγοντας ἀπάνω εἰς τὰ λεύτερα στήθια της,
τὸ βρέφος.

- Αὐγή,
νὰ ἔρχεσαι κάθε πρωινόν,
νὰ χαίρεται καὶ νὰ γελᾶ ἡ μικρή·
εἶναι τοῦ Ἡλίου,
τοῦ ἄρχοντος τοῦ πληγωμένου, 
ἡ θυγατέρα ἡ χρυσωμένη·
μητέρα της ἦταν η ἄνοιξις,
μὰ τώρα τρέφεται ,
ἀπὸ τὸ κόκκινον τοῦ στήθους μου αἷμα·
νὰ ῤχεσαι αὐγὴ νὰ τὴν φωτᾶς,
σσσσσς….
ναί, μὴν κλαίεις αὐγή, 
ναὶ, ναί,
ἡ μικρούλα εἶναι,
ἡ Ἐλευθερία!
Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
7-1-2011
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Δευτέρα 23 Απριλίου 2018

Τ’ ἀνθιὰ τῆς λευτεριᾶς





Τ’ ἀνθιὰ τῆς λευτεριᾶς


Ἀκόμη μία ἐπέρασεν τοῦ ξυπνημοῦ

ἡμέρα, πέραν τοῦ φωτός,

τῆς ὡραιοτάτης πέραν, τῆς εὐμορφιᾶς·

αὐτῆς ὁποὺ φθονεῖ ἡ αὐγὴ
καὶ τ’ ἄμοιρον δεῖλι,
ματώνει εἰς τὸ βασίλεμά του…

Ἦλθεν χάραμα τὸ πρῶτον ἀνάσαιμα,
μὰ ἔλειπεν ἡ εὐωδιά σου·
κι ἦταν γύρω ὁ κόσμος μου Θεά,
κῆπος κατάσπαρτος μ’ ἀνθιά·
μὰ ἔλειπες ἀρχόντισσα
κι ἔκλαιε ἀκριανὰ ἡ ῥὸζ ἑκατονταφυλλιά…

Ἔρμον τὸν καλπασμόν σου Φῶς,
ἄκουαν τὰ βουνὰ μὲ θλῖψιν
κι ἔσταξε ἀξάφνου δάκρυον τότες,
εἰς τὰ γαλάζια βάθη
τῶν πελάων καταμεσῆς
κι ἔγινεν ζωὴ μὲ ἄλικον χρῶμα…

Ἐπάλεψεν μὲ τῶν βυθῶν τὰ σκότη,
μὲ τὰ πελάη τ’ ἄγρια τὰ δουλικά,
μὲ τὴν ῥότα ἐταξείδεψεν τῶν ἐλεύτερων ἀφρῶν,
ἐγνώρισε τῆς γῆς ἀνθρώπους
καὶ σούρουπον θὰ ᾿ταν πιάς, ἀποκαμωμένη,
εἰς τῶν χειλιῶν σου, ὦ Ἐλευθερία, ἐκούρνιασε τὸν ἔρωτα,
ν’ ἀποκοιμηθῇ…

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
23-4-2011

Φωτογραφία «κλεμμένη» ἀπὸ ἄλμπουμ τῆς Βιολέτας Μελέτη.
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Σάββατο 13 Ιανουαρίου 2018

Μακεδονία







Μακεδονία

Μίαν φορὰν κι ἕναν καιρόν,
γυρολογοῦσε ὁ ἥλιος μοναχός·
πότες ὁμιλοῦσε σ’ ἀψηλά βουνά,
πότες σὲ περιγιάλια ζηλευτά.

κοῦστε με, τοὺς ἔλεε,
ἐδῶ εἶναι Ἑλλάδος γῆ·
ἐδῶ γεννήθηκε ὁ Φώς,
ἐδῶ ὁ ἐλεύθερος, ὁ λόγος, ἡ πνοή.

Κάτω ἀπ’ αὐτὸ τὸ χῶμα
καὶ πέρα ἀπ’ τὰ κορφοβούνια,
ἕνα ἀηδόνι καλαηδεῖ·
τοῦ ἀνέρα φωτός ἡ ἀδελφή.

λεεν ὁ ἥλιος ἔτσι
καὶ τὸν χιονιά της εἶχεν ἀγκαλιὰ
καὶ πότες λευκὰ τὸν ἔλουζαν πουλιά,
μὲ τοῦ Θερμαϊκοῦ τῆς νιότης τὴν χαρά.

Δὲν βλέπω σλαύου, ἔλεεν, φωνήν,
μήτες ὀθωμανοῦ ποδάρι·
βλέπω ψυχὴν Ἑλληνικήν,
γῆν ὁποὺ ἐγέννησεν Θεόν, Θεῶν καμάρι.

λοῦθε ἀφήνω τὸ χρυσαφί μου χάδι,
νὰ ᾿ναι τὸ χῶμα καρπερὸν
κι ἀπάνω εἰς τὰ νερὰ τὸν οὐρανόν,
νὰ εἶναι θέλω γαλανά, φόβος γιὰ τὸ σκοτάδι.

Νῆρον τὸ ὕδωρ τῆς ζωῆς,
θρέφει σε, κόρη τῆς πηγῆς,
ἐσένα Μακεδονία μου, γέννα Ἑλληνικήν,
τοῦ φιλαργύρου πόθε, τοῦ σκοτεινοῦ κατακτητή.

σαμε τοῦ κόσμου τὶς ἀκριές,
Μακεδονία ὑπάρχει
κι ὁποὺ ἀνθρώπινος λαλιά,
τοῦ Ἀλεξάνδρου εἶναι ἡ χάρι.

κοῦστε με τοὺς ἔλεε,
Μακεδονία εἶναι ἡ γῆς αὐτὴ
καὶ τὸ χῶμα ὁποὺ τὴν θρέφει,
εἶναι Γῆς Ἑλληνική.

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην    
4-7-2012
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Τρίτη 29 Αυγούστου 2017

Ἐλεύθερος Ἐραστὴς





Ἐλεύθερος Ἐραστὴς

Ἤθελα νὰ κυττάξω μέσα εἰς τὰ πράσινα, 
τὰ γαλάζια, τὰ πορφυρά σου.
Ἤθελα νὰ μυρίσω τὶς βουνοκορφές, τὶς θάλασσες,
νὰ μυρίσω ἤθελα τὴν καρδιά σου.
Ἤθελα νὰ γευθῶ τὸ κορμί σου,
τὰ χεὶλη μου πλάνη νὰ μὴν γνωρίσουν ξανά.
Ἤθελα τὸ δέρμα σου ν' ἀγγίζῃ τὸ δικό μου, 
ὅταν τὰ βήματά μου σκίζουν τὸν πόνο σου.
Ἤθελα μέρος, κομμάτι ἰδικόν σου νὰ ξαναγίνω,
ἡ ἀγκαλιά σου σύμπαν ἁγνόν, 
νὰ μὲ δεχθῇ...
Ἤθελα νὰ γεύομαι τὸ φῶς,
ὅταν τὸ γυμνὸν κορμί μου, ταξειδεύει ἐπάνω σου.
Ἤθελα ὁ ἥλιος ἐραστής σου νὰ συμπαθῇ κι ἐμένα,
ἡ λάμψις του χάδι νὰ εἶναι δικό μου.
Ἤθελα μόνον ἐσένα Χῶμα μου καὶ τὸ χρυσαφένιον τοῦ ἡλίου κορμί.
Ἤθελα ἡ ἀνάσα μου γεμάτη θυμάρι καὶ ἁγιόκλιμα νὰ ᾿ναι.
Ἤθελα ὁ ἀγέρας, κι αὐτὸς στολίδι ἐπάνω μου νὰ ᾿ναι.
Ἤθελα τὶς Κυριακάδες στὶς ξέφωτες ὀμορφιές σου,
ἐνδεδυμένος καμαρωτὰ τὴν ἐλευθερία,
εἰς τὴν ἀγκαλιά σου νὰ πέφτω.
Ἤθελα δάκρυα μόνον χαρᾶς γεμᾶτος νὰ εἶμαι.
Ἤθελα ἐρωμένη τοῦ φωτὸς Ἑλλάδα μου,
νὰ  ᾿μαι ὁ ἐλεύθερος ἐραστής σου,
γεμᾶτος θυμάρι κι ἁγιόκλιμα,
μὲ πράσινον χρῶμα καὶ γαλάζιον
καὶ πορφυροῦν τοῦ ἡλίου δάκρυ·
καὶ βουνοκορφὲς ἀγκαλιά μου νὰ ᾿χω
καὶ πέλαγα γαλάζια
καὶ νερὰ καὶ κρυστάλλια νάματα πηγῶν,
μὲ λουσμένες νεράιδες καὶ νούφαρα εὐωδιαστὰ
καὶ δροσιὲς ὄμορφες,
ὄπως τὸ χάδι τοῦ Ἔρωτος
καὶ τὸ χαμόγελον τῆς ἐρωμένης του Ψυχῆς
καὶ ἡ Ἔριδα νὰ ᾿ναι μὲ θλῖψιν,
ὁ Ὄλυμπος σιωπηλός,
καὶ δόρατα νὰ ᾿χω καὶ ξίφη τοῦ  Ἡφαίστου πολλά.
Ἤθελα Ἑλλάδα μου...

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην.
4-9-2010
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2016

Γαλάζια νἆναι ἡ Λευτεριὰ





Γαλάζια νἆναι ἡ Λευτεριὰ


Ἔλα ἀητέ μου εἰς τὴν φωλιὰ
τῶν ἀποκρήμνων βράχων,
τῆς ἄγριας ὀμορφιᾶς τῶν δειλινῶν,
ὅπου τὴν εἶχαν ἀγκαλιὰ
τὰ λεύτερα πουλιά.

Μικρὸν ἀετόπουλον κρύβει εἰς τὴν ζεστασιά της,
μὲ πάθος ἀνημέρωτον καὶ τρομερὴν λαχτάρα·
γυμνάζει τὶς φτεροῦγες του,
ψάχνει τὴν λευτεριά του,
τοῦ ἀνέμου τὸν ἐρωτισμόν,
πέρα ἀπὸ τὴν πικρὴν σκλαβιά.

Ἡ νιότη ἁπλώνει τὴν δροσιὰ
ἐπάνω εἰς τὰ φτερά του
καὶ ἡ φωλιὰ ἡ ἀγκαλιὰ
εἶναι ἡ σπίθα ἡ πυρκαϊὰ
ποὺ κτίζει τὴν καρδιά του.

Τὸ βλέμμα του πέταγμα τῆς φύσεως ἄγριον,
ἴδιον μὲ τὸ ἰδικόν σου πατέρα ἀητὲ
καὶ ἡ ὡραία θηλυκιὰ πατρώα του φωλιά,
τὸ αἷμα του ζεσταίνει
καὶ τρόμος μέγας γίνεται,
καθὼς τὰ νύχια του ἁπλώνει.

Μὲ ῥάμφος ὡς τὰ πέτρινα βουνὰ
καὶ στῆθος γρανιτένιον,
ἀετόπουλον γεννήθηκε σὲ τούτην τὴν φωλιά,
ὅπου γαλάζια εἶναι τὰ κλαριὰ
καὶ τὰ φτερά του γράφουν, λευτεριά.

Εἶναι τὸ γέννημα τῆς ἀρετῆς,
τοῦ θήλεος καὶ τῆς ψυχῆς.

Ἔλα πατέρα ἀητὲ εἰς τὴν φωλιὰ
νὰ γίνῃ τ' ἀητόπουλο φωτιά,
ν' ἀνέβῃ εἰς τοῦ ἡλίου τὴν χαρὰ
καὶ ὡς φτερωτὸς αὐτὸς τοῦ κόσμου ἐραστής,
νὰ φέρῃ φῶς καὶ ξαστεριά·
γαλάζιος νἆναι ἐκδικητής,
γαλάζια νἆναι ἡ λευτεριά.

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἔλλην
26-4-2011
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Σάββατο 4 Ιουλίου 2015

Τριακόσιες καὶ μία κορῶνες



Τριακσιες κα μα κορνες

Νκτα ταν μνον πι·
σκοτειν κα ξεδιντροπη
μ κυνηγοσε μανιασμνα
κι τρεχα,
μ ταν μλις δυ τρεχαλις ξωπσω μου.
Ττες ταν πο ζτησα
το χαμνου τν ενοιαν  φωτς,
ν μ δηγσ θελα ψηλ
ες τς πντες βαθμδες.

Κα δο επε·
δ κλμαξ
κα τ πρτον πτημα
κα πλανθηκα
κα πνω της εδα τ λθη κα τν χθρα
κα τν κορνα ν γελ.
Λευκ τ δντια της,
τ χελη ῥὸζ ραα
κα μσα τφος·
νοτισμνον χμα
κα ζω σ ατ φημνη,
ταν κα γκρζα γκρνια τ’ ορανο,
πο ν δον τ μτια μου
δν φηνε
κα ττες λθεν τ κτπημα.
Ερθηκα σ κσμον κενν,
μ φς ν ψεδεται
μπρς ες τς αγς τν ρχομν
κι φευγε ατ
σ λλην πγαινε γν ν ξημερσ
κι δ ταν μνον νκτα πι.
Κα εδα γλσσες ττες
κα κουα, κουα, κουα,
δν εχα πλον δικν μου
ν επ.

Πτημα εχα ες τν δευτραν βαθμδα,
πο κορνα γυλιζε πιτερον
μσα σ γκρζον κσμον.
Μ κτταξε,
χαμογλασε
κα πσω εδα π τ οζτα της χελη
ν σρνεται ες τος τφους
δικ μου γλσσα·
τ χελη της κλεινε ργ
κα τ χρυσον της χρμα
σκουρι γινε
κα μσα πετχθηκε π τ μτια της,
φωτι.
Ττες ταν πο πλεψα
μ τν χρνον κα τ κενν·
νεμος βαιος, γυμνς
κα βροχ μ’ σμια νδεδυμνη
ξγνισαν τ κορμ μου.
Μετ,
λθεν τ λγον φς,
ξεχασμνον πσω π ρεινς σπηλις
κα κποτες
μσα σ πατα νερ πελαγσια
ν μ’ ελογσ.

Ττες νοιξαν σν χσματα τς γς τ μτια μου
κα εδα μπρς
γι δυ μονχα στιγμς
το λλουνο τρεχματος το χρνου·
τν τρτην βαθμδα.
Γλσσα καμμι,
αδ πουθεν,
νεκρ τ πουλι,
στσιμα τ νερ
κα τ βουν σκυμμνα·
λυμπε.
Ττες εδα τς στραπς
κα φδια ρματωμνα
μ φωτις ες τ λπια
κα θρνους πολλος
μ κορνες π μλαμα
κα ραα χελη
πο μσα τους
τφους κα ζως π’ κμη νασανουν
φυλακισμνες εχαν.
ρθθηκα,
χωρς γλσσα
κα μσα π’ τ σκοτδια,
θλησα τς μαρες φωτις ν κατασβσω
πο πναντ μου παρατεταγμνες
τν μεγλην κορνα μις
κα μις τς μικρς,
π μνα προσττευαν…

Ττες ταν πο νοιωσα πνον.
πεφτα, πεφτα, πεφτα,
τ χμα ταν κμη γλυκ,
θλησε κτι ν επ
πρν πκρα τ πρ,
μ δν κουα,
δν κουα, δν κουα,
δν ξερα πς τ πτημ μου
τετρτη ταν βαθμδα.
σκυψα κα μρισα τ χμα,
ζοσε κμη.
ρπαξα γργορα γργορα
σον μποροσα
κα ες τν κρφον μου
θλησα ν τ παραχσω,
ν πρ τς καρδις μου τν θρμη
κα π τος κτπους της
ν’ ναστηθ.
Ττες κουσα
τ τρανταχτν τς μεγλης κορνας γλιο·
μουν γυμνς,
δν εχα κρφον,
πλανθηκα.
Τ δκρυ μου
παρακαλοσαν τ ορλιαχτν μου ν βγ·
μ,
δν εχα φων.

Κτταξα πσω π τ πρα χμα,
εδα τ χνη π τ λγον φς
κα ττες ελογα του
τ στθια μου φτισε·
ρχισα ν τρχω,ν τρχω,
ν τρχω λον κα πι γργορα.
Πδηξα μ τσην δναμιν
πο εδα πορημνον
τν χρνον πσω μου ν κυττ·
πτημα εχα ες τν πμπτην βαθμδαν.
Τρμος παντο,
σκοταδιασμνη ζω κα τφοι
κα λοθε σιγ.
Μονχα μεγλη κορνα
ψηλ σ θρνον
π αμα γαλζιον φτιαγμνον
κα ο μικρς κορνες γρω της
μιλοσαν, γελοσαν κα φτυναν·
ἀέρας βρωμοσε
τ χελη τους ῥὸζ
κα μσα σαπλα,
πλανθηκα,
κλαψα,
μουν πλον γλωσσος
κι μπρς
κορνες τριακσιες κα μα,
ρνησγλωσσες.
λθεν ττες τ δικν τους
τ ψετικον φς μ στρατν,
μ βαν μπρς τους μ’ στησαν
ν μ δικσουν.
κουα, κουα, κουα,
νοχος κουα,
θνατος κουα.
νοχος κουα κα θνατος πλι επαν,
τριακσιες κα μα κορνες
πνω σ θρνους κτισμνους
μ αμα γαλζιον κα χμα ζωντανν
κα φς ναληθς τς νυκτς.

- taraxes ti isoropia twn tafwn,
emis theloume to kalo tou laou…

κουα τν φωνν τς μεγλης κορνας
κ’ κλαια·
δν εχα φωνν,
μουν γλωσσος
κα ατς ρνησγλωσσες.
μεγστη Δκη
κα Νμεσις κα τη
μν σας.
γλασα…
μσα π τ οζτα τους χελη,
τ’ χρταγα σκουλκια
πο ζοσαν ες τος τφους
τρωγαν τ σωθικ τν κορωνν.
γλασα τρανταχτ!
Μαρον τ δικν σας αμα
γαλζιον τ δικν μου εναι.
Καθς ο μαρες φωτις μ διγραφαν π τν ζω,
καθς νεκρς πεφτα ες τ χμα,
κουα, κουα, κουα,
κραυγς πνου,
τ σκουλκια κνουν πντα τν δουλει τους καλ,
ως τ τλος…

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην 
5-12-2011

Ἡ φωτογραφία εἶναι
τοῦ  Moukas Art.
Συνεχίστε την ανάγνωση »