Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Τὸ ὄνειρον τῆς Ἐλευθερίας




 Τὸ ὄνειρον τῆς Ἐλευθερίας




Ἰβίσκου τὸ χρῶμα εἶχε ἡ λυγερόκορμη
μὲ τὰ μακρυὰ μαῦρα μαλλιά,
νὰ ἀντιστέκωνται εἰς τοῦ ἀνέμου τὴν ἀναίδειαν·
κραττῶντας μὲ τὰ λευκά της χέρια,
τὸ τιμόνι τῆς μικρῆς βαρκούλας,
μὲ ἔνα μικρὸν πανί
καὶ σύντροφον τὸν Αἴολον
ἐξεκίνησε νὰ πελαγωθῇ.
 


Σκέφθηκε νὰ κόψῃ μεμιᾶς,
εἰς τὰ δυὸ τὴν θάλασσα
ἤ νὰ γυρίσῃ παντοῦ εἰς τὶς ἀκτές της
καὶ παρέα μὲ τὰ δελφίνια,
νὰ περάσῃ τὴν μικρήν της βαρκούλα,
εἰς τὰ μάτια ὅλου τοῦ κόσμου.
 


Μῆνες τώρα,
θαρρῶ χρόνους τώρα τὴν περιμένουν
κι αὐτή,
συνεχῶς μπαλώνει τὰ σαπιόξυλα
καὶ μὲ τὸ χέρι τοῦ Ἡλίου,
περνᾶ ἐπάνω τους τὸ χρῶμα τῆς Ἀνατολῆς·
ἔντυσε τὴν κουπαστὴν μὲ λευκὸν τοῦ Ὀλύμπου
καὶ τὸ τιμόνι μὲ τριανταφυλλιά,
ἀπὸ τὶς αὐλὲς τῶν Κυκλάδων μεγαλωμένη,
ν’ ἀντέχῃ τὴν ἁρμῦρα καὶ τοὺς ἁλῆτες καιροὺς μαθημένη...
μὲ κομμάτια ἀπ’ ἀτσάλι
ποὺ ξερνᾶ ἡ γῆ εἰς τὶς Θερμοπῦλες,
ἔγραψε τ’ ὄνομά της ἐμπρός.
 


Ἤρεμον αἷμα, φρέσκον, συγκέντρωσε,
προδομένων Ἡρώων Ἑλλήνων
καὶ ὅλο τὸ σκαρὶ ἄλοιψε,
νὰ γίνῃ γερόν!
κι ἐπάνω ἦλθαν οἱ μέλισσες
καὶ οἱ βασιλοποῦλες
νὰ κερώσουν τὸ αἷμα·
κάθε ποὺ ἐρχόταν ἡ Ἄνοιξις,
ἀπὸ μονάκριβον Ἄνθος τῶν Δελφῶν,
ἐμάζευε τὴν γῦριν
καὶ μὲ τοὺς χρόνους ἔπλασε τὸ πανί...
ὡραῖον, γερόν,
μοσχοβολᾶτον καὶ ὑπερήφανον,
μὲ βλέμμα ποὺ τρομάζει τὰ πέλαγα.
 


Νερὰ κρυσταλλωμένα μὲ κόψιν σπαθιοῦ
τὴν πλώρην ἔκαμε, φοβερήν!
καὶ φορῶντας τῆς Ἑλλάδος τὸ ἔνδυμα,
ἐξεκίνησε νὰ πελαγωθῇ.
 Σὲ κάθε λιμάνι κόσμος πολύς,
μὲ τὰ γιορτινά του ἐνδεδυμένος,
τὴν περιμένει μὲ χαρὰν λαμπρήν.
 Μὰ σὰν αὐτὴ πλησιάζῃ,
ἔρχεται ὁ καιρὸς κακός
καὶ ἡ βροχὴ μὲ λῦσσα τοὺς κτυπᾶ.
 Τοὺς σκορπίζει ὁ ἄνεμος
καὶ ἡ μικρούλα βαρκούλα
μὲ τὴν μαυρομαλλοῦσα καπετάνισσα,
βυράρουν,
καὶ ἀναζητοῦν ἀπάγκια λιμάνια,
μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς κάποιος
θὰ πιάσῃ τὸ βιλάι,
νὰ πάρῃ τὰ σχοινιά, νὰ δέσῃ.
 


Ἥλιος ἔκαιγε τὸ μικρὸν ἀγόρι,
ξερακιανόν,
μὰ τὸ κορμάκι του γερὸν φαινόταν·
ἀπάνω εἰς τὶς μπίτες καθόταν
καὶ λαχταροῦσε νὰ μπαρκάρῃ,
μαζὶ μὲ τὴν καπετάνισσα
ἀνάμεσα εἰς τοῦ κόσμου τὰ γαλάζια,
νὰ ζήσῃ ἐλεύθερος.
 Δὲν εἶχε γιορτινὰ νὰ φορέσῃ,
οὔτε σημαιάκι νὰ κουνήσῃ
καὶ τὰ τρύπια παπούτσια του,
δὲν θὰ τὰ χρειαζόταν πλέον εἰς τὴν βαρκούλαν
καὶ πιὸ πέρα κόσμος πολύς,
μὲ ἰαχὲς μὲ ζήτω καὶ καλοστολισμένος.
Οἱ κραυγὲς τῆς βροχῆς,
ἔπεσαν μὲ ὁργισμένην ὁρμὴν έπάνω εἰς τὴν ἑορτὴν
καὶ τὸ πλῆθος ἄρχισε νὰ τρέχῃ μὲ φόβον.
 Τὸ χαμόγελον τῆς καπετάνισσας
ἔγινε κόσμος ὡραῖος ἀνοιξιάτικος,
σὰν εἶδε τὸν μικρὸν νὰ στέκῃ,
μὲ τὰ μάτια βουρκωμένα,
καθὼς τὸ γυάλισμα τοῦ σκαλισμένου μ’ ἀτσάλι
ὀνόματος τῆς βαρκούλας τὸν τύφλωνε.
 Ἦλθεν νὰ τὸν πνίξῃ ὁ καιρὸς
καὶ τὸ κῦμα τροφήν του τὸν ἤθελε,
μὰ ὁ μικρὸς εἶχε ἤδη πηδήξει ἀπάνω
καὶ καθὼς ὁ Οὐρανὸς τὸν κτυποῦσε μανιασμένα,
τὸ καλοσώρισμα τῆς καπετάνισσας,
ἐστόλισε τὴν κακοκαιριὰ μὲ φῶς!
 Καλῶς ἦλθες μικρέ…
καλῶς ἦλθες,
 εἰς τὸ  Ὄνειρον Τῆς Ἐλευθερίας...
 


Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
9-6-2011

1 σχόλιο: