Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

Ἕνα Μικρὸν Μικρανέμι



Ἕνα Μικρὸν Μικρανέμι

Μέσα εἰς τῶν ἀνέμων τὴν παραζάλην,
γεμάτον νιότης ζωήν, μικρὸν μικρανέμι ἐχάθη,
κάπου εἰς τοῦ Δημοσάρη τὴν γῆς,
σὲ δυό τὴν Ὄχη ποὺ ἔκοψε.

Μαγεμένον, τὴν φρεσκάδαν του ἅπλωνε,
σὲ μονοπάτι ποὺ ᾿χε γάργαρες πηγές,
σὲ λίμνες ἀπὸ νεράιδες ζωγραφισμένες γαλαζοπράσινες
κι ἄφηνε τὰ κελαηδίσματα,
χάδι νὰ εἶναι μακρόσυρτον εἰς τὴν ἀγκαλιάν του.
Ἤξερε ἀπάνω πὼς εἶναι σ’ ἀψηλὲς κορφάδες,
ἀγριεμένοι, ἄνεμοι γηραιοὶ πὼς τὸν ἀναζητοῦν.

Μὰ λεύτερον τὸ μικρανέμι,
σὲ πρωινὸν καστανόλογγον εὐωδιαστόν ἐτρύπωσε,
μὲ παιδικὴν ὁρμὴν
καὶ μέσα του εἶδε, κόσμοι ἦταν, ἀλλόκοσμοι.
Δρύοπες τῶν δασῶν, Λέλεγες τῶν λιμνῶν,
ἀπὸ καστανιὲς πίσω ξεπρόβαλαν,
ῥωτώντας γιὰ τὸν Δράκον, γιὰ τὸν Κύνα…
ἄχ…
μονάχον ἤθελε,
εἰς τὴν ἄγριαν βροχοστόλιστον Ὄχη νὰ ζήσῃ.


Ἔπλεε τὸ μικρανέμι,
σὲ γεννημένες σκιὲς ἀπὸ βράχους σεμνούς,
ἀπάνω χόρευε εἰς τὶς ῥεματιὲς μὲ πουλιά, πασχαλιὲς καὶ πεταλοῦδες
κι ὁποὺ ἐπατοῦσε ἄκουες σιγανά,
Βαθύρεμα…Πλύστρα…Πλατανίτσες…
Ῥηγιάς… Ἀρχάμπολη…
Χοροπηδοῦσε καὶ γέλαε,
μιᾶς εἰς τὰ Στῦρα, εἰς τὸ Μαρμάρι καὶ εἰς τὴν Κάρυστον μιᾶς.

Κι ἔπειτας μὲ φούριαν τὸ μικρανέμι,
μέσα περνοῦσε ἀπὸ αὐλές λευκές, ἀσβεστωμένες,
μ’ ἀνθισμένους ἰβίσκους, γιομάτες ῥοδιὲς καὶ γλυκὰ φραγκόσυκα.
Σὲ δροσερὰ μέσα τρύπωνε σπηλιώματα
κι ὕστερις πετοῦσε ἀψηλά,
βαστώντας γερὰ τὶς κελαηδιὲς τῆς ἄγριας καρδερινιώς,
τοῦ φλώρου, τοῦ λούγαρου, τοῦ ἀηδονιοῦ…
σκορπώντας τὴν χάριν του,
εἰς τὶς ἀνθισμένες τῆς Ὄχης πλαγιές.


Κι ἔτσι πλανεμένον, μὲ γαληνεμένον πετοῦσε νοῦν,
ἀπὸ τὴν Εὐβοϊκὴν νησιώτικην γῆς ἀπάνω·
καὶ τότε εὐρέθη ὀμπρὸς τὸ μικρανέμι,
ὀμπρὸς σὲ θρῦλον, μῦθον καὶ Θεούς.

Ἐσφύριζε ἡ ὁρμή, ἡ νιότης του,
καθὼς εἰς τοὺς χρόνους τριγύριζε τοῦ Δρακόσπιτου·
κι ἦταν ὁ ἥλιος παντοῦ νὰ τὸ προσέχῃ.
Θὰ ᾿ταν καταμεσήμερον
κι ὁλοῦθε ἀχνιὰ ἀπ’ τὴν δροσιάν του
καὶ κουρασμένον πιὰς αὐτό,
ἐστάθη εἰς τὸ πάτημα καὶ μοίρασε γύρω σιγήν,
δίπλα ἀπὸ τὴν κεφαλὴν τῆς Ὄχης.

Καθὼς τὸ λιοπύρι τὸ ἔλουζε,
ὕμνους ἄκουσε μακρόσυρτους, μακρόθεν·
ἀνακάτωσε τὶς γύρω φυλλωσιές,
ἐδρόσισε τοὺς Δρύοπες τῶν Παλαιῶν Λόγων,
τοὺς Λέλεγες ἐδρόσισε φύλακες τῶν γύρω ὅλων.
Καὶ πρὶν ἀνάμεσα χαθεῖ σὲ πρωτόκαρπες καστανιὲς
καὶ σὲ μυστικὰ τοῦ ὅρους βυθισθῇ νερά,
πῆρε τὴν εὐλογίαν εἰς τὸ Δρακόσπιτον ποὺ ἐζοῦσε
κι ἔστειλε τὰ πουλιὰ σὲ πλαγιὲς νὰ τὴν τραγουδήσουν.

Κι ὅλη ἦταν ἡ Ὄχη μ’ ἀνατριχίλα,
καθὼς ψιθύριζε πετώντας πιὰς τὸ μικρανέμι,
Ὦ, Ἧρα Τελεία,
ὦ, Ἧρα Τελεία…
ὦ, Ἧρα Τελεία…

ΥΓ: « Ἀφιερωμένον εἰς τὸ Μικρανέμι,
ὁποὺ κυρίαρχος νὰ γίνῃ Ἄνεμος,
εὔχομαι! »

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
3-10-2012


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου