Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Μιὰ μυρωδιὰ σὰν ἔρωτας

 
 
 
 
 
 
 
Μιὰ μυρωδιὰ σὰν ἔρωτας
 
Κόντευε νὰ ξημερώσῃ
κι ὅλα τὰ πλάσματα τῆς γῆς,
πλὴν αὐτῶν ποὺ ἀκόμη ἀναζητοῦσαν τὴν εὐτυχίαν,
γέμιζαν τὰ σωθικά τους μὲ τῆς πρώτης αὐγῆς τὰ παιγχνιδίσματα.
 
Μονάχα ἕνα γεροξεχασμένον δένδριον,
πέρα ἀπὸ τῆς Ἀκροπόλεως τὰ πλακόστρωτα,
ἀνάμεσα σὲ μάρμαρα, σὲ θρύλους, σὲ μύθους καὶ λόγους ξενύχταε…
μονολογοῦσε καὶ τραγούδαε πότες,
μὰ μονάχα πόνον ἔλεγε…
 
Πᾶνε χρόνοι τώρα,
ποὺ μέσα ἀπὸ τὰ φωτισμένα του νιάτα,
ἀπὸ τὸ θέλημα τῆς Παγγαίας καὶ τῶν Οὐρανῶν τὸ Φῶς,
ἕναν βλαστὸν ἐγέννησεν, λαχταριστὸν βλαστόν.
Ἔκρυβε τὰ λόγια του, μὴν τὸ δάσος τὸ ἀκούσῃ
καὶ ὅλος ὁ γέλως εἰς τὰ ῥιζά του σταθῇ!
Κι ὀνειρευόταν πὼς θὰ τὸ βλέπε πρὶν αὐτὸ ξεραθῇ,
δίπλα του νὰ γεννῇ τοῦ δάσους τὸ ξεχωριστόν….
 
Ἦταν τότες, τοῦ Αὐγούστου ἦταν ἡ κακοκαιριά,
εἰς τὸν αἰῶναν ποὺ ἔρχεται μίαν μονάχα στιγμήν,
ἦταν τότες ποὺ ἦλθεν ξημέρωμα τοῦ Ἡλίου,
χειμῶνας ἦλθεν τὸν βλαστὸν νὰ ξεριζώσῃ.
 
Ἔγιναν τότες τὰ φύλλα του κίτρινα
κι ὅλες οἱ περήφανες κορφάδες του ἔσκυψαν πρὸς τὴν γῆς,
τὸν βλαστὸν νὰ ἀποχαιρετήσουν,
πρὶν αὐτὴ μαζύ του νυμφευθῇ.
 
Πέρασαν χρόνοι
καὶ τὸ δένδριον μονάχα πονεμένους ἀνθούς σκοτεινιασμένους ἔβγανε,
μέχρι ποὺ τοῦ ᾿φερεν ἡ αὐγή,
βλαστὸν νὰ ἔχῃ εἰς τὰ κλαριά του,
μὲ μυρωδιὰ σὰν ἔρωτας καὶ λίκνισμα εἰς τὸν ἄνεμον σὰν γέλωτας.
Κι ὅλον τὸ δένδριον ἐκαμάρωνε,
μεγάλωνε ὁ βλαστός του,
δὲν εἶχε ἀνθούς νὰ βγάνῃ πιά,
μονάχα ἀρώματα μόνον χαρά…
 
Μὰ πάλι τὸ ξημέρωμα ἦλθεν νὰ τὸ πονέσῃ.
Ἔφερε δυνατὴν βροχήν, ἄνεμον μακελλάρη…
Καὶ ἔφυε σὰν κλέφτης ὁ βλαστὸς νὰ πάῃ σ’ ἄλλα μέρη,
κι ἀπάνω εἰς τὴν ἀμυαλιά του,
τοῦ δένδριου ἐξερίζωσε τὴν ὄμορφην  καρδιάν του.
 
Μονάχον πιὰς τὸ γεροξεχασμένον δένδριον,
πέρα ἀπὸ τῆς Ἀκροπόλεως τὰ πλακόστρωτα,
ἀνάμεσα σὲ μάρμαρα, σὲ θρύλους, σὲ μύθους καὶ λόγους ξενύχταε…
μονολογοῦσε καὶ τραγούδαε πότες,
μὰ μονάχα πόνον ἔλεγε…
 
Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
31-5-2013


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου