
Μιὰ
μυρωδιὰ σὰν ἔρωτας
Κόντευε νὰ ξημερώσῃ
κι ὅλα τὰ πλάσματα
τῆς γῆς,
πλὴν αὐτῶν ποὺ
ἀκόμη ἀναζητοῦσαν τὴν εὐτυχίαν,
γέμιζαν τὰ σωθικά
τους μὲ τῆς πρώτης αὐγῆς τὰ παιγχνιδίσματα.
Μονάχα ἕνα
γεροξεχασμένον δένδριον,
πέρα ἀπὸ τῆς
Ἀκροπόλεως τὰ πλακόστρωτα,
ἀνάμεσα σὲ μάρμαρα,
σὲ θρύλους, σὲ μύθους καὶ λόγους ξενύχταε…
μονολογοῦσε καὶ
τραγούδαε πότες,
μὰ μονάχα πόνον ἔλεγε…
Πᾶνε χρόνοι τώρα,
ποὺ μέσα ἀπὸ τὰ
φωτισμένα του νιάτα,
ἀπὸ τὸ θέλημα τῆς
Παγγαίας καὶ τῶν Οὐρανῶν τὸ Φῶς,
ἕναν βλαστὸν
ἐγέννησεν, λαχταριστὸν βλαστόν.
Ἔκρυβε τὰ λόγια του,
μὴν τὸ δάσος τὸ ἀκούσῃ
καὶ ὅλος ὁ γέλως εἰς
τὰ ῥιζά του σταθῇ!
Κι ὀνειρευόταν πὼς θὰ
τὸ βλέπε πρὶν αὐτὸ ξεραθῇ,
δίπλα του νὰ γεννῇ
τοῦ δάσους τὸ ξεχωριστόν….
Ἦταν τότες, τοῦ
Αὐγούστου ἦταν ἡ κακοκαιριά,
εἰς τὸν αἰῶναν ποὺ ἔρχεται
μίαν μονάχα στιγμήν,
ἦταν τότες ποὺ ἦλθεν
ξημέρωμα τοῦ Ἡλίου,
χειμῶνας ἦλθεν τὸν
βλαστὸν νὰ ξεριζώσῃ.
Ἔγιναν τότες τὰ φύλλα
του κίτρινα
κι ὅλες οἱ περήφανες
κορφάδες του ἔσκυψαν πρὸς τὴν γῆς,
τὸν βλαστὸν νὰ
ἀποχαιρετήσουν,
πρὶν αὐτὴ μαζύ του
νυμφευθῇ.
Πέρασαν χρόνοι
καὶ τὸ δένδριον
μονάχα πονεμένους...