
Ἡ Μάχη τῆς Σοφίας
Ἀχλὺς εὶς τῶν κορμιῶν μυρωδιὰ
καὶ ἡ στεῖρα γῆ,
χρόνους δέκα ὑπομένει τὴν φρίκην,
τρέχοντας μανιασμένα πίσω της.
Βρίθει ἀπὸ ἱδρῶτα τὸ χῶμα της,
μὰ θέλει ἡ κολασμένη τοῦ Ἕκτορος νὰ πάρῃ,
καθὼς τὸ κορμί του
ἀνθὸς τῆς ἀνδρείας εἶναι.
Γοργὸν τὸ βῆμα της,
ταχύ,
τοῦ Ἀχιλλέως τὰ ἴχνη
ἀκολουθεῖ.
Δράμα, τοῦ Ὁμήρου ἡ σκέψις
ἔρωτας ἐπισκέπτης,
εἰς τὴν μάχην ἁρματωμένος
φλερτάρει τὸ λυσσασμένον χῶμα.
Ἕπος τοῦ Ἔρωτος Μέγα,
τ’ ἀτσάλι φρουρός του,
ἡ φωτιὰ σύντροφός του
καὶ ἡ γῆ πληγωμένη.
Ζωντανεύει τὸ αἷμα,
ὀρθώνεται ἀνάμεσὰ τους,
τρίτος ἐραστής,
τοῦ χαμένου ἱδρῶτα πορθητής.
Ἥλιος καὶ ἄνεμος
στηρίζουν τὰ ξίφη,
μὲ πάθος καὶ δύναμιν
νὰ πληγώσουν τὰ μίση.
Θεοὶ θεαταὶ καὶ κριταί,
μιὰ ἀνάσα ἀπ’ τὴν τρέλλα,
ὄπου αὐτὴ ὁπλισμένη
εἶναι ἀγκαλιὰ μὲ τὸ αἷμα.
Ἴριδος χρώματα γεμᾶτες οἱ ἀσπῖδες, ...