Σάββατο 26 Απριλίου 2014

Ὡραῖον, Αἰώνιον καὶ Ἄφθαρτον




Ὡραῖον, Αἰώνιον καὶ Ἄφθαρτον

Ἀναρωτιόμουν τί εἶμαι, καθὼς ἡ σιωπὴ τοῦ χιονιᾶ ἔστεκε γύρω,
 ἁπλωμένη σὲ κάθε τοῦ χωριοῦ γαλήνην, ἴσαμε τ’ ἄφωτα σπίτια.
 Περπατοῦσα χαμογελαστός
κι ἦταν μονάχα τ’ ἀστέρια άπὸ πάνω μου γεμάτα ἀπορίαν,
βλέποντας τὴν χαράν μου καὶ τὸ πλέον ταχύ μου βῆμα,
καθὼς εἰς τὸ βάθος τῆς ὀμίχλης διέκρινα,
μονάχα μερικὰ μέτρα ἀπὸ τὴν ἀψηλὴν ἐκκλησιάν,
 κατάλευκον μέσα εἰς τὴν ἀσελήνωτον νύκτα, τὸ Δένδριον.
Τὸ μυστικὸν αὐτὸ ὁποὺ ἔφυε ζωήν.

Τὰ ἄκρια τῶν ποδαριῶν μου,
 ἀδέλφια εἶχαν γίνει μὲ τ’ ἄναρχον χῶμα καὶ τὶς νόθες πετριές του,
χρόνους τώρα, ὁποὺ μόνον ἐβάδιζα σκυθρωπός,
ἀναζητώντας τὸ εὐγενές τῆς ζωῆς φύωμα.

Σὰν τώρα θυμᾶμαι τὰ λόγια ποὺ μὲ κόπον μᾶλλον ἐπῆρα
 ἀπὸ τὸν σιωπηρὸν ἐκεῖνον Ποιητήν.
 Ἐκαμάρωνε ὀρθὸς ἀνάμεσα σὲ μίαν παρθέναν,
 κατὰ πὼς τὴν ἔλεγεν χαϊδευτικά, λεμονιὰν  κατάνθιστον
κ’ ἐμπρός του ἀσύλητη ἀπὸ χέρι ἀνθρώπου,
 χιλιόχρωμη ἡ εὐλογημένη του ῥοδιά.
Τοὺς μιλοῦσε σὰν νἄτανε παιδιά του καὶ τὰ ἐχάϊδευε μὲ τὸ ᾿να του χέρι
 καὶ μὲ τ’ ἄλλον βαστοῦσε τὴν ἀκριὰν τοῦ βλαστοῦ μιᾶς ἐλιᾶς,
τόσον τρυφερά…
κ’ ἔτσι καθὼς ἐστεκόταν μοῦ ᾿λεγε πὼς σὰν ὁ χρόνος γίνῃ 28 τοῦ Φλεβάρη,
 σὰν καταλαγιάσῃ τοῦ καιροῦ ὁ θυμός,
αὐτὸ γεμίζει φῶς καὶ μέσα εἰς τὰ φυλλώματά του,
ἕνας μονάχα φύεται καρπός,
 κάθε ποὺ ὁ αἰῶνας φεύγει
καὶ ἀφήνει ἔρμη πίσω του τὴν ἱστορίαν νὰ μᾶς καθαγιάζῃ.
 Ἐκεῖ στέκει ἀπὸ τὸν κόσμον κρυμμένον τὸ Ὡραῖον Αἰώνιον καὶ Ἄφθαρτον.
Δὲν γρυκᾶ κανείς, δὲν γνωρίζει κανείς,
 κανείς δὲν τὸ ἐμύρισε κι ἄς εἶναι ἡ εὐλογία του μεγάλη,
 σκόρπια χάνεται σ’ ἀνέφελους οὐρανούς, σὲ βρεγμένην γῆς,
σ’ ἀπανθρώπους ἀνθρώπους…

Μὲ πῆραν ἀπὸ τότες τὰ πόδια μου, τὰ χέρια μου μ’ ἐπῆραν,
 τὰ λόγια μ’ ἐπότισαν  τοῦ σιωπηροῦ ἐκείνου Ποιητοῦ
καὶ ἀπὸ τότες ὅλον βαδίζω ἀναζητώντας τον…

Καὶ τώρα, νά, ἐμπρός του εἶμαι!
Τὸ ἐγνώρισα!
Εἶδα τὸ φίλημα ποὺ τοῦ ᾿δωσε ἡ σελήνη, σὰν νἆταν τὸ στερνό της,
λές καὶ τώρα πιὰς ποὺ τ’ ἀναγνώρισα,
θὰ σκορπίσῃ τὸ φῶς σὲ αὐτὸ τὸ χωριὸ
καὶ ὕστερις ὅλη ἡ γῆς θὰ γευθῇ ἐτοῦτον τὸ μυστικὸν τῶν αἰώνων,
 ποὺ ἐτοῦτον ἔφυε τὸ Δένδριον.
 Εἶδα γκρίζους ἀνέμους μὲ ὁρμήν,
 βροχὴν μὲ ὀργήν ἀδελφωμένην
καὶ στρατιῶτες σκιὲς τῶν βράχων τοῦ βουνοῦ
 καὶ ἀκόμη ἀπὸ τὴν λίμνην ἐτούτην μίαν σκοταδιάν,
μὰ καὶ ἀκόμη ἀπὸ τὸν πόταμον ἐτοῦτον
εἶδα τὴν ἀγριάδαν ἐμπρός μου νὰ στέκουν.
 Νὰ στέκουν φρουροὶ ἀνάπνοοι τοῦ καρποῦ τῶν αἰώνων,
 ποὺ τὰ μάτια ἐτοῦτα ποὺ μοῦ ἐδόθησαν, εὐλογήθησαν νὰ ἰδοῦν…

Κι εἶναι τώρα πόνος γλυκύς καὶ ἡ μέθη τῆς κούρασης εὐχή.
 Κ’ ὅλη τῶν αἰώνων ποὺ ἐπέρασεν χάρις του, ἄπλετα γύρω μου ἐστάθη.
Φῶς παντοῦ!
 Πιότερον τῆς φλογὸς τοῦ Ἡελίου,
πιότερον τῆς ἀστροφεγγιᾶς ποὺ ἀγγίζει τὰ μύρια πέλαγα,
πιότερον ἀπὸ τὴν μόνην ζωήν.
Νά, σὰν τώρα ποὺ τὰ πουλιὰ τῆς λίμνης μεμιᾶς ἐπέταξαν ψηλά,
τραγουδώντας τὸν μυστικὸν τοῦ Δένδριου καρπόν.
Νά, σὰν τώρα ποὺ ἡ γῆς ἀνθίζει παντοῦ
κι ὁ μόνος λόγος ποὺ λέει ἡ μέλισσα εἶναι εἰς τ’ ἄνθη γύρω.
Νά, σὰν τώρα πὼς κλαίει μὲ χαρὰν τὸ σούρουπον,
πὼς θὰ ᾿λθῃ πάλι ξέρει τὸ ξημέρωμα, 
ἀκόμη κι ἡ αὐγὴ θὰ εἶναι μὲ φῶς, 
τρυπωμένη κι ἄν εἶναι εἰς τὴν ἀγκάλην τῆς ψιχαλιᾶς.
Ἔλα τώρα ἄνεμε,
 πᾶρε τὸ μυστικὸν καὶ πάαινε νὰ τὸ κάμῃς αὐγουστιάτικην ἀπογευματινήν βροχούλαν εἰς τοὺς κόσμους τοὺς ἄλλους.
Μαζύ μου ἄνεμε τραγούδησέ το,
τώρα ποὺ ξέρω τί εἶμαι…

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
15-2-2014

Συνεχίστε την ανάγνωση »

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014

Κ Υ Π Ρ Ο Σ



Κ Υ Π Ρ Ο Σ 


Κραυγές, καπνιὰ καὶ θρῆνος...
λαβωμένη γέρνει ἡ ἐλευθερία, 
εἰς τὸ χῶμα τῆς Κύπριδος τ’ ἀλαφρύ·
γύρω της, παντοῦ,

τὸ αἷμα ξερασμένον,

ἀπὸ μωρὰ καὶ γέρους καὶ μάνες καὶ νιούς...

Ἔθαψα εἰς τὸ χῶμα μου βλαστάρια καὶ ἀνθοὺς 

καὶ τὰ ποτάμια μου κόκκινα,
τὸ χῶμα μου ἔγινε μαῦρον καὶ βαρύ,
σκίζει τὸν ἥλιον 
ἀπ’ τὴν ψυχήν του ἡ κραυγή.

Ὑυυυπερίίίίωνα...
τὸ κτῆνος εἶναι,
τοῦ τούρκου εἶναι ἡ ἀγραμματωσιὰ ἐδῶ
καὶ τῶν ἐθνῶν ἡ μαύρη ζήλεια,
μὲ νύχια γαμψὰ 
καὶ μαυροντυμένες καρδιές,
κυνηγημένες ἀπὸ τὸ φῶς,
ξερνοῦν τὸν θάνατον, 
σὲ κάθε ἰδικόν σου ὡραῖον.

Παγγαία Μητέρα...
εἰς τὴν ἄκρην τοῦ στήθους σου, 
στολίδι μὲ εἶχες·
μὲ ζωγράφισε ἡ ἱστορία μὲ χρώματα,
πρῶτα τὸ γαλάζιον καὶ τῆς χλόης τὸ πράσινον,
μετὰ τὸ πορφυροῦν,
τὸ ὡραῖον τοῦ βασιλέματος 
καὶ τὸ γκρὶ τῆς συννεφιᾶς
κι ἔπειτα,
εἰς τοὺς ὥμους μου ἔβαλε, 
τὸ κόκκινον τοῦ αἵματος καὶ τῆς συμφορᾶς.
Εἶμαι ἡ Κύπριδα, εἶπε,
κόρη τῆς φωτιᾶς...
ἤμουν ἐκεῖ, ἀρχαία ψυχή,
τοῦ Ὁμήρου στασίδι,
τοῦ Διγενῆ, τοῦ Εὐαγόρα, τοῦ Αὐξεντίου…
ῥιζογεννοῦσα μάνα ἥρωες.

Ῥέει τὸ αἷμα μου τώρα
καὶ κάθε τοῦ κτήνους ἀνάσα, 
ἕνα παιδί μου νεκρόν...
καὶ μόλις τὰ κατέβασα,
ἀπὸ τῶν ἄγγλων τὶς κρεμάλες.
Τὰ στόλισα μὲ τὴν Δόξα,
τὴν Ἀθάνατον Ὡραίαν Ἐλευθερίαν,
ῥόδισα τὰ μαρμαρένια τους μάτια, 
σκορπίζοντας τὸ ἱερόν σου χῶμα ἐπάνω τους 
καὶ τώρα μάνα,
ἡ ἱστορία καὶ τὸ γαλάζιον 
τοὺς ἔχουν παιδιά τους.

Ὅπως ὁ ἥλιος ν’ ἀνατέλλῃ δὲν ξεχνᾶ,
ἔτσι ὁ Ἕλληνας μάνα, 
μὲ σχοινιὰ εἰς τὸν λαιμόν,
μὲ μαχαίρια εἰς τὴν πλάτην 
καὶ μὲ σφαῖρες εἰς τὸ κεφάλι,
τὴν ἐλευτεριὰ θὰ μοῦ φέρῃ πάλι!

Σκοτάδι ἐπάνω σας μογγόλοι φονιάδες,
σκοτάδι ἐπάνω σας παγκόσμιοι φονιάδες,
ὁ τρόμος νὰ κλείνῃ μὲ τρόμον τὰ μάτια σας,
ἡ ὁργή μου κρεμάλα σας νὰ ᾿ναι
καὶ τὸ σπέρμα σας νεκρόν...
νὰ πατήσῃ ἡ ἐλευθερία ἐπάνω σας,
νὰ ᾿ναι τὸ χῶμα μου ἐλεύθερον, 
ἐλεύθερον χῶμα Ἑλληνικόν...

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς 
Ἕλλην 
24-6-2011
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Ἀδείλινος Αὐγή





Ἀδείλινος Αὐγή

Ἦταν τότες, ὁποὺ τὰ μάτια μου ζωὴν ἀντίκρυσαν…
κι ἄκουσα πατέρα, τοὺς πρώτους τῆς καρδιᾶς σου λόγους.
Πὼς θὰ ᾿ναι ὁ ἔρωτας ἔλεες ὁδηγός μου
καὶ γύρω μου ἡ γνῶσις, ἡ ἀπέραντη φωτιά μου.
Καὶ πὼς τὰ χάδια σου, ἴαμα θὰ ᾿ναι καὶ τροφὴ
καὶ τὸ φιλί σου ἔλεες, καρδιὰ καὶ ἀγκαλιά μου.

Μοῦ ᾿πες μονάχα τὸ κακόν, καθὼς κυλοῦν τὰ χρόνια,
θὰ μοῦ στερήσῃ τὴν ζωήν,
γηραιὸς τότες σὰν θὰ ᾿μαι, ὅπως τὰ χιόνια.
Πὼς τὸ γεννᾶ ὁ ἄνθρωπος σὲ αὐτὴν τὴν γῆν
καὶ ἀπὸ κάθε γένναν του,
θὰ χάνω μίαν ζωῆς στιγμήν.

Καὶ λαχταροῦσα ποὺ ἔλεες τὴν ἐλευτεριὰν τοῦ Αἰγαίου
καὶ πὼς σὲ ὅρη ἀψηλὰ εἶναι ἡ ὀμορφιά,
ποὺ ᾿χουν τὸν Φοῖβον βασιλιά…

Μοῦ τραγουδοῦσες θάλασσες, γύρω ἀπὸ ἀετίσιους βράχους
καὶ μύριζα ἀμμουδιές, πευκόφυτες ἀκτές·
κι ὕστερις ἄκουα τὸ βύθισμα τοῦ ἡλίου εἰς τὰ νερά τους
κι ἔπειτας ἔλεες νανούρισμα, ἀργά,
νὰ ὁ Θεός, τὸ χάραμα, ἡ ἄνοιξις, βροχὴ κι ἡ εὐωδιά τους.

Πὼς θὰ ᾿χω χρόνους ἔλεες, τ’ Ἀπρίλη ἀμυγδαλιὲς
κι ἄρωμα γύρω μου παντοῦ, ἀπὸ δαφνοστεφανωμένες λίμνες καὶ ἀκροποταμιές
καὶ θὰ ᾿ναι ὁ ἔρωτας εἰς τὴν νιότην μου,
σεριάνισμα τοῦ φεγγαριοῦ, ποὺ ἀσημώνει ἀκρογιαλιές.

Μὰ δὲν μοῦ εἶπες πατέρα μου, πῶς εἶναι τὸ κακόν;
Μονάχα πὼς ἡ πρᾶξις του, κλέφτης τῆς ἀνασαιμιᾶς μου.
Κι ἔτσι δὲν πρόκαμα πατέρα μου, νὰ ἰδῶ τοὺς πρώτους λόγους,
εἶδαν τὰ μάτια μου τῆς καρδιᾶς σου τὴν αὐγὴν
καὶ ὅταν ἦλθεν δειλινόν, ἤμουν χωρὶς πνοήν…



ΥΓ: Εἰς τὸ πρόωρον ταξείδεμα τοῦ υἱοῦ μου Ἀθανασίου,
πρὸς τὸν Ἄπειρον Σύμπαντα Κόσμον…

Δεσποτάκης Τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
12-6-2012
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Εὐλογημένον Ἀκρωτήρι







Εὐλογημένον Ἀκρωτήρι

Τί εἶναι ὁ στεναγμός τῆς γῆς,
τί εἶναι;

Χρυσότοξος μήπως ἀναδυομένη τῆς Νάδας ὁρμὴ
ἤ μήπως μυρουδιὰ ξεριζωμένη,
ἀπὸ σὲ βράχια γεννημένους νυκτανθούς;

Νὰ ᾿ναι λὲς αὐτὴ ἡ μελωδία
ποὺ τὸ πάτημά μου βγάνει,
σὰν ἀλαφραίνει ἀπάνω σὲ ξεχασμένα ἀπὸ Θεοὺς χώματα,
χώματα μιὰς μὲ ἱδρῶτες ποτισμένης πλαγιᾶς
ἤ νὰ ᾿ναι λὲς τὸ πέταγμα τοῦ γερακιοῦ,
πλάι σὲ πρωινὴ τοῦ Μάη βροχή;

Ἤ μήπως τὸ παράπονον τῆς ἀνύμφευτης ἀμμουδιᾶς,
σὰν ἀργεῖ τὸ χάδι τῆς θαλάσσης
ἀπάνω της νὰ γείρῃ,
μὲ ὅλα τῆς καλὰ νυκτωμένης σελήνης
τὰ χρώματα στεφανωμένη;

Χορὸς μὴν εἶναι τ’ ἀνέμου καὶ τῆς χλόης;
Τοῦ Ποιητοῦ μὴν εἶναι τἄχας ὄνειρος,
σὰν αὐτὸν τῆς αὐγῆς ποὺ φέρει τὸ ξύπνημα
κ’ εἶναι ἀνάκατον μὲ χρώματα ἀπὸ τὴν Σίφνον,
τὴν Ἀμοργόν, τὴν Κέρον, τὴν Θηρασιάν, τὴν Ῥήνεια
καὶ ἥλιους μέσα σὲ μυστικὰ τοῦ δάσους,
τῆς πρώτης τῆς ζωῆς ἡμέρας;

Ἤ μὴν τ’ ἀχόρταγον νὰ  ᾿ναι πάθος της,
γιὰ τοῦ Φωτὸς τὸν ἔρωτα;

Θαρρῶ πὼς εἶναι οἱ πληγές,
ἀπὸ τὰ σκόρπια εἰς τὸ κορμί της θαύματα,
θαύματα ἀπὸ μάρμαρον λιανισμένον.
Λιανισμένον ἀπὸ μίσος,
ἀπὸ ὀργὴν λιανισμένον
καὶ ἀπὸ ἔχθραν ποὺ σκότος μονάχα βγάνει…
θαρρῶ πὼς εἶναι ἀπὸ τὸ αἷμα,
αἰῶνες τώρα ποὺ στάζει ἐκειὰ
τ’ ἀκριανὸν μικρὸν ἀκρωτήρι,
ὁ ἡέλιος ὁποὺ ἐπέλεξε νὰ εὐλογήσῃ…

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
5-2-2014


Συνεχίστε την ανάγνωση »

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

Νοτιᾶς φυσοῦσε μιὰ εὐωδιὰ






Νοτιᾶς φυσοῦσε μιὰ εὐωδιὰ




Ἰσκιάδα ἤμουν, Ἥλιος ἐσὺ

κ’ ἄκουα τὰ ποδοβολητὰ τ’ ἀνεβασμοῦ σου
κ’ ἄκουα ἀπὸ τὶς καρδιὲς τῆς γῆς τὸ πύρωμα·
καὶ ὅσον ἐσὺ γινόσουν, ἐθαύμασα,
ἀπὸ γέννημα τῆς πέρα ἁρμύρας,
φωτεινὸς τῆς αὐγῆς καλπασμός.

Σιμά σου τὸ φεγγάρωμα ἔπλεε,
ἀπάνω ἁρμενιστὴς εἰς τὸ πορφύρωμα·
ἀπὸ τὴν ζευγιὰ ἦταν γέννημα,
τῆς πέρα γῆς,
τῆς σιωπῆς τ’ οὐρανοῦ 
καὶ ἦταν γύρω τους ζωή.

Μίαν μονάχα πλάι σου δρασκελιά,
τοῦ χρόνου ἦταν οἱ κόρες·
ἡ μιὰ λευκὴ σοφὴ κι ἀγέλαστος
κι ἀντίκρυ της ἡ ὡραία·
τὸ πόθημα τοῦ ἔρωτος, τὸ θέλημα.

Ἦταν πιασμένη ἡ ἄμυαλη ἡ τρίτη,
 ἀπ’ τὰ τρεχαλητά σου
κι ἔβανε εἰς τὰ πέλαγα φωτιὰ
κι ἔκαμε στάχυα χρυσαφιά.

Νοτιᾶς φυσοῦσε μιὰ εὐωδιὰ
καὶ πέρα τῶν ματιῶν σου ἡ μικρή,
ἡ φθίσις τῶν ὀπώρων εἰς τὴν γῆς
κι ἦταν τὸ χῶμα,
ἀρχὴ ζωή.

Ἥλιος ἐσὺ ταξειδευτὴς
κι ἐγὼ ἰσκιάδα·
θαυμαστής·
ἥλιος ἐσὺ ζωὴ τῆς γῆς
κι ἐγὼ ἀντίκρυ τοῦ γελιοῦ σου,
μιὰ πένα εἶμαι,
ἕνα χαρτί,
σκέψις θνητὴ τοῦ ποιητή …



Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς 
Ἕλλην
14-1-2012



Συνεχίστε την ανάγνωση »