Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

Νοτιᾶς φυσοῦσε μιὰ εὐωδιὰ






Νοτιᾶς φυσοῦσε μιὰ εὐωδιὰ




Ἰσκιάδα ἤμουν, Ἥλιος ἐσὺ

κ’ ἄκουα τὰ ποδοβολητὰ τ’ ἀνεβασμοῦ σου
κ’ ἄκουα ἀπὸ τὶς καρδιὲς τῆς γῆς τὸ πύρωμα·
καὶ ὅσον ἐσὺ γινόσουν, ἐθαύμασα,
ἀπὸ γέννημα τῆς πέρα ἁρμύρας,
φωτεινὸς τῆς αὐγῆς καλπασμός.

Σιμά σου τὸ φεγγάρωμα ἔπλεε,
ἀπάνω ἁρμενιστὴς εἰς τὸ πορφύρωμα·
ἀπὸ τὴν ζευγιὰ ἦταν γέννημα,
τῆς πέρα γῆς,
τῆς σιωπῆς τ’ οὐρανοῦ 
καὶ ἦταν γύρω τους ζωή.

Μίαν μονάχα πλάι σου δρασκελιά,
τοῦ χρόνου ἦταν οἱ κόρες·
ἡ μιὰ λευκὴ σοφὴ κι ἀγέλαστος
κι ἀντίκρυ της ἡ ὡραία·
τὸ πόθημα τοῦ ἔρωτος, τὸ θέλημα.

Ἦταν πιασμένη ἡ ἄμυαλη ἡ τρίτη,
 ἀπ’ τὰ τρεχαλητά σου
κι ἔβανε εἰς τὰ πέλαγα φωτιὰ
κι ἔκαμε στάχυα χρυσαφιά.

Νοτιᾶς φυσοῦσε μιὰ εὐωδιὰ
καὶ πέρα τῶν ματιῶν σου ἡ μικρή,
ἡ φθίσις τῶν ὀπώρων εἰς τὴν γῆς
κι ἦταν τὸ χῶμα,
ἀρχὴ ζωή.

Ἥλιος ἐσὺ ταξειδευτὴς
κι ἐγὼ ἰσκιάδα·
θαυμαστής·
ἥλιος ἐσὺ ζωὴ τῆς γῆς
κι ἐγὼ ἀντίκρυ τοῦ γελιοῦ σου,
μιὰ πένα εἶμαι,
ἕνα χαρτί,
σκέψις θνητὴ τοῦ ποιητή …



Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς 
Ἕλλην
14-1-2012



Συνεχίστε την ανάγνωση »

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Ὁ ἀντικαταστάτης




Ὁ ἀντικαταστάτης

Μ’ ἐγέννησεν μὲ λαχτάραν μήτρα πλανεμένη,
ἐπιλεγμένη σὲ αὐτὴν τὴν φυλακὴν νὰ μὲ φέρῃ.
Ἐμεγάλωσα τρέχοντας καὶ ματώνοντας τὰ γυμνά μου πόδια,
ἐπάνω σὲ γῆς σκλαβωμένη.

Ἐνωρὶς ἀνδρώθηκα,
σὰν δεκαπεντάχρονον ἀμούστακον ἀγόρι,
εὑρέθηκα νὰ φλερτάρω τὰ πέρα πέλαγα
καὶ τοὺς ἀδάμαστους ὠκεανούς,
πότες μαγεμένος ἀπὸ τὰ κανάλια τοῦ Κεμπὲκ
καὶ πότες τ’ ἄγρια βάθη τοῦ Ἀντλαντικού
εἰς τὶς ἀκριὲς τῆς Μονρόβια,
χαϊδεύοντας τῆς κουπαστὲς τοῦ Εὐνίκη
καὶ ἄλλες φορὲς εἰς τὴν πλώρα τοῦ Φαίη,
ἐρωτευμένος μὲ τὴν Κωνστάντζα
καὶ ἀναζητώντας τὰ βήματα τοῦ Καβάφη,
εἰς τ’ ἀκρόγιαλα τῆς Ἀλεξάνδρειας…

Καὶ ἤμουν μονάχα δεκαπεντάχρονος,
μακρυὰ ἀπὸ τὴν μήτρα ποὺ μ’ ἐγέννησεν,
μακρυὰ ἀπὸ τὶς ἀγκαλιὲς καὶ τὰ μυρωδάτα της γλυκά,
κλειδωμένος σὲ τεράστιες βαπορίσιες μηχανὲς ἀνάμεσα,
γιαλισμένες γραδελάδες καὶ θλιμένους ξέφτιους μπουλμέδες…

Κ’ ἐνόμισα τότες ἐλεύθερος πὼς ἤμουν!
Κ’ ὅσον τὰ μαλλιά μου τοὺς ὤμους μου ἐστόλιζαν,
τόσον ἡ πλάνη μ’ ἐμάγευε,
ὅσον κ’ ἐὰν ὁ ἡέλιος ἔλουζε τὸ χαμόγελόν μου.

Ὥσπου ὁ χρόνος μ’ ἐταξείδευσε πιὸ γλήγορις
κ’ ἐμπρός μου τείχη θεόρατα οἱ οὐρανοὶ ἐστάθησαν·
κι  ἐγὼ νὰ φύγω μακρυά τους πιὰς δὲν δύναμαι.

Τὸ σπίτι μου ἔγινε φυλακή!
Μονάχα γύρω μου ἀφέντες…
Μήτες εἰς τὸν λαιμὸν μ’ ἐφόρεσαν κολάρα,
μήτες εἰς τὰ ποδάρια ἅλυσες.
            Λεύτερα τὰ χέρια μου κινῶ,
μὰ ἔχω νοῦν, ἀλήθεια σκλαβωμένον!
Μισῶ πιὰ τὶς σκέψεις μου,
τὶς φαρμακωμένες  ὕπουλες λέξεις τὰ χείλη μου ποὺ ξεστομοῦν!
Κι  ὅταν μὲ ξύπνησε ὁ ὀδυρμός,
εἶχε ἡ ζωή μου βασιλεύσει.
Ἤδη εἶχα ὑπογράψει εἰς τοὺς ἀφέντες…
Σὰν τὴν πλανεμένην ποὺ μ’ ἐγέννησεν μήτρα,
εἶχα άφήσει εἰς τὰ χέρια τους ἀντικαταστάτην…

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
31-12-2013
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Ἐλευθερία






Ἐλευθερία


Εἶχε περάσει τοῦ φωτὸς ἡ χάρις
κι ἐγὼ μονάχος,
κυκλωμένος ἀπὸ λευκὸν καθόλου τῆς χαρᾶς,
ἀπέναντι ἐστεκόμουν ἀπὸ τῆς νυκτὸς τὸν ἐρχομόν…
Ἤθελα τὴν ζωήν μου νὰ στολίσω,
μὲ τὶς ἰδικές σου ὡραῖες ἐλευθερίες,
μιᾶς καὶ οἱ ἰδικές μου ἦσαν πιᾶς ὑπόδουλες…

Ἔτσι μὲ βρῆκε τὸ σκότος…
μὲ ζυγὸν εἰς τὸν σβέρκον
καὶ πωλημένη ἀπὸ καιροὺς ψυχήν.
Τώρα εἰς τὴν θέσιν της εἶχα ὄνειρα
καὶ λόγους πελαγίσιους,
ποὺ σήμερα ξεβράζονται ἐδῶ νὰ
καὶ αὔριον ὅπου θὲ νὰ  ’ναι.
Κι ὅσον εἶναι σκοτάδι,
ὀρθὸν τὸν κορμόν μου ἔχω,
μὴν καὶ κάποιος θαρρεῖ λεύτερος πὼς δὲν εἶμαι.

Μὰ ἔρχεται καὶ τὸ φῶς
καὶ τότες χάνεται τὸ τραγούδι
καὶ μόνον τρυγμὸς ἀπὸ ἅλυσες εἶναι
καὶ λόγος βαρύς
καὶ τὰ στήθια γεννημένα νὰ σέρνονται
καὶ μὲ σπάλακες νὰ φωλιάζουν.

Κι εἶναι ὁ ἄνθρωπος μὲ τ’ ἀχείλι ξένος,
μιᾶς κι αὐτό,
πίσω ἀπὸ τὸν τρυγμὸν τῶν ὁδόντων εἶναι…
Κι ἡ ἐντροπὴ τὰ μάτια ἐσφάλισε
καὶ ὅπου εἶναι φωνὴ καὶ ἄχ,
γύρω της αἷμα καὶ θάνατος.
Ἔλα σκότος ἀδέλφι μου,
νὰ γίνω πλάι σου λεύτερος,
νὰ μὴν ποτὲς τὸ φῶς ματαδῶ..
τὸ φῶς,
ἄν ἀλήθεια εἶναι,
τότες τὰ λεύτερα μάτια μου,
λεύτερα θὰ γείρουν εἰς τὸ χῶμα.

Δσεποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
24 – 9 - 2013
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Βροχὴ


Βροχ

Κ’ ἦταν χρόνος, κατὰ πρὶν τὸ ἐξημέρωμα τῆς νυκτός…
Τ’ οὐρανοῦ ἐχαθῆκαν τὰ φῶτα
καὶ δύναμις ὀργισμένη ἠκούσθη μεγάλη.
Ἐσχιζόταν σὲ πέρα τόπους μακρινούς,
μὰ κι ἐδῶ δά, μιὰ σπιθαμὴ ἀπὸ τὰ μάτια μου
καὶ κραυγὲς φοβερὲς ποὺ τρόμον ἔφεραν,
μέσα ἀπὸ τὰ σκοταδιασμένα του πληγωμένα γαλάζια.


Κρυμμένος ἤμουν ἀπὸ τὸ μικρόν μου παραθύρι ὀπίσω…
Ὦ, κόσμε μου!
Ἰδοῦ ἐν νυκτὶ τῶν ὑδάτων ἡ ἐπέλασις!
Κ’ ἦταν ἡ γῆς μου ἀδύναμος.
Ἀλοίμονο...
οἱ στρατιὲς τὴν ἐπατοῦσαν τῶν οὐρανῶν.
Τὸ χῶμα μου ἐμούλιαζεν
καὶ παντοῦ γύρω μου πληγὲς πλημμυρισμένες
καὶ μονάχα ἤλπιζα νὰ νικήσῃ ἡ γῆς,
τὸ φῶς νὰ ἔλθῃ
κ’ ὅλον νὰ χαθῇ εἰς τὰ πέρα του τὸ αἷμα,
ὁ Φοῖβος νὰ χαμογελάσῃ,
Εἰρήνη νὰ ἔλθῃ…
Εἶθε.


Δεσποτκης τς Δαμητρς
λλην
6-11-2013
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Ὡραία Ἐσύ







Ὡραία Ἐσύ




Ὡραία ἐσὺ δροσιὰ τῶν φύλλων,
πιστὴ τῆς μοναχικῆς λιμναίας θεᾶς,
τῆς Ἀρτέμιδος ἐλάφι ξανθόν,
τὴν βροχὴν τοῦ βουνοῦ ν’ ἀγαπᾶς.

Ὡραία τοῦ αὐγούστου ἐσὺ θέρμη,
ἐραστής σου ὁ δραπέτης νοτιᾶς,
τοῦ Ἑρμέα ταχὺς συνάγγελλος,
τὴν σταχτιὰ συννεφιὰ ἀγκαλιὰ νὰ κραττᾶς.

Ὡραῖον ἅρωμα ἐσὺ τῶν ἀνθῶν,
θηρευτὴ τῆς χαρᾶς τῆς μοιραίας ματιᾶς,
τῆς σελήνης ἀχνὴ ἀστροφεγγιά,
εἰς τὸ ἔρημον χάραμα μὲ χαρὰ νὰ μιλᾶς.

Ὡραία ἐσὺ τοῦ πελάου ἀνταύγια,
σύγκοιτη τῆς ξενιτεμένης ἀκρογυαλιᾶς,
τοῦ Δηλίου ξάγρυπνον μάτι,
εἰς τὸ ξεγύμνωμα τῶς ἀφρῶν νὰ πετᾶς.

Ὡραῖον ἐσὺ βλέμμα τῶν θηλυκῶν,
ἄγριον λευκόν, τῶν Κενταύρων φοράς,
τοῦ Διὸς κεραυνοῦ ἡ σιγή,
εἰς τὴν θλῖψιν ἐμπρὸς νὰ μὴν σταματᾶς.

Ὡραία ἐσὺ γαλάζια τοῦ χρόνου θεά,
Φωνὴν Ἑλληνίδαν ἐσὺ λαχταρᾶς,
τοῦ Ὁμήρου τὴν γλῶσσα νὰ ἔχῃς ἱεράν,
ὅρκον νὰ δώσῃς πὼς γι’ αὐτὴν πολεμᾶς.

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς

Ἕλλην

27-5-2011
Συνεχίστε την ανάγνωση »