Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

Ἐγώ … ἡ Σκουριὰ


Ἐγώ … ἡ Σκουριὰ

Εἰς τὰ ἴχνη τοῦ Ξέρξη βαδίζοντας,
ἀπὸ τὴν κορφάδαν κάπου τοῦ βουνοῦ,
εἶδα σήμερα νὰ μὲ κυττοῦν ὑγρά,  βουρκωμένα,
τῆς θαλάσσης τὰ μάτια
καὶ τὸ κορμί της γεμᾶτον πληγές, γερασμένον,
ξερνοῦσε ἀπὸ τὰ σπλάχνα του σκουριά.

Ἦλθεν κάποτε τὸ σκότος ἐδῶ,
μὰ τὸ κορμί της ἀλὼβητον ἐκράτησε.
Οὔτε τὰ ξίφη,
οὔτε τὰ δόρατα
ἄγγιξαν τὴν ψυχή της.

Καὶ ἦλθαν οἱ καιροί,
ὁποὺ ὁ χρόνος δούλα τὴν σέρνει ἁλυσοδεμένη.
Γερὰ εἰς τὴν ἀγκαλιάν της πιασμένη
ἡ Ψυττάλεια  μόνη κλαίει,
χωνεύοντας τὰ μαῦρα νερά,
σκοταδιασμένα νερά,
χωρὶς τιμήν,  χωρὶς ἀνδρείαν.

Καὶ ἦλθαν οἱ καιροί,
ὁποὺ ἐγὼ τὴν πρόδωσα.
Ἔστειλα κατάρτια ψηλά,
μὲ σαπισμένα βαποριῶν κουφάρια,
νὰ βιάσουν τὰ γαλάζια της.

Καὶ ἦλθαν οἱ καιροί,
ὁποὺ τὸ φῶς,
τὰ βαθιὰ καὶ τὰ ῥηχά της νοσταλγεῖ,
μάταια νὰ τρυπώσῃ προσπαθώντας,
νὰ γευθῇ καὶ πάλι τῆς ἄμμου τὸν ἔρωτα.

Καὶ ἦλθαν οἱ καιροί,
ὁποὺ ἐγὼ τὴν ἀπαρνήθηκα.
Ἄφησα μόνην καὶ ἀνέραστην τὴν δροσιά της,
καὶ ἄλλαξαν οἱ γοβιοὶ ντροπιασμένοι νερά.

Καὶ ἦλθαν οἱ καιροί,
ὁποὺ σκοτείνιασε ὁ οὐρανὸς
καὶ ἦλθεν ἡ βροχὴ μονάχη της,
τὶς πληγές της νὰ ξεπλύνῃ καὶ τὴν σκουριά,
μανιασμένα τὰ νερά της κτυπώντας
καὶ τρέχοντας ἡ τρελλή,
πότες ἐδῶ καὶ πότες ἐκεῖ.

Μὰ ἐγὼ πεισμωμένος,
βιαστὴς ἀπ’ ἀλλοῦ ἀπεσταλμένος,
τὴν ξανθιὰν ἀμμουδιάν της μὲ σκότος γεμίζω,
καὶ τὴν κρυμμένην ἱστορίαν της
πάλι κρημνίζω.

Κάποιες φορές, τὴν αὐγήν,
νὰ ᾿σου λευκοὶ στολισμένοι ἀφροί,
ὁπλισμένοι μὲ φῶς καὶ ὀργήν,
τὴν σκουριὰ πολεμοῦν,
γυμνὴν ἀφήνοντας τὴν γαλάζιαν της ἀγκαλιά…

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
21-9-2011


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου