Κυριακή 22 Ιουλίου 2018

Ἔσσεται Ἦμαρ




Ἔσσεται Ἦμαρ

Καὶ πέρασαν σχόλες καὶ κυριακάδες,
μὲ στολίσματα καὶ λόγους·
τὸ ἄλλον φῶς, 
τὸ σκοτεινόν,
τὶς κορῶνες ἀκόμη προστάτευε·
καὶ ὀδύνες ἡ ψυχὴ εἶχε·
ἔκραζε, ἔκλαιε, σιωποῦσε …
Τὸ δεῖλι ἦταν τῶν ἡμερῶν,
τότες ὁποὺ ἡ δουλεία,
νὰ ξημερώνῃ ἐμάθαινε, 
εἰς τῆς ἄλλης τὴν ῥάχιν ἡμέρας.

Ἥλιεεεε....
ὁ ὀδυρμὸς τῆς γηραιᾶς ἠκούσθη αὐγῆς·
προδομένη ἀπὸ τὶς χίλιες μυρωδιές,
τὸ πληγωμένον της σείροντας κορμί,
τὰ μύρια ἀναζητοῦσε τοῦ κόσμου χρώματα.

- σσσσσσς…..
μὴν μιλᾶς...

Ξαφνιασμένη γύρισε τὴν φωνὴν νὰ ἰδῇ·
ἡ παλαιὰ τῆς μιλοῦσε ζωή,
καθισμένη σὲ ξέφωτον ἀπάνω χῶμα.
Τὰ στήθια της λεύτερα εἶχε
κι ἀπὸ τὶς ὀρθομένες της ῥῶγες,
τὰ χείλη ἐπάλευαν, 
αὐτῆς τῆς γῆς τῆς γέννας,
ν’ ἀδράξουν δυὸ μόνον δράμια ζωῆς…

- σσσσσσς……
μὴν μιλᾶς. 
Πρόλαβε τὴν γηραιὰν αὐγήν.
Ἔτρωεν τὸ βρέφος 
καὶ ἦταν τὸ ξέφωτον ὡραῖον
καὶ ἡ χαρὰ εἰς τὸ χῶμα ῥίζωνε·
κι εὐθὺς αὐτὸ μεμιᾶς,
χρώματα γεννοῦσε ἀνθισμένα,
τὰ μάτια νὰ γνωρίζουν τὴν χαρά του.

Γύρισε τότες μιὰς τὸ βλέμμα του πρὸς τὴν αὐγήν
καὶ ἀπὸ τὸ δάκρυ της εἶδα,
ἐχύθη γαλάζιον,
νὰ διώξῃ τοῦ Αἰγαίου τὴν θλῖψιν·
καὶ εἰς τῆς πέρα γῆς τὶς σκοτεινιές,
χρύσωνε τὸ ξημέρωμα!
- σσσσσς……
μίλησες τότες ἡ παλαιὰ ζωή,
σφίγγοντας ἀπάνω εἰς τὰ λεύτερα στήθια της,
τὸ βρέφος.

- Αὐγή,
νὰ ἔρχεσαι κάθε πρωινόν,
νὰ χαίρεται καὶ νὰ γελᾶ ἡ μικρή·
εἶναι τοῦ Ἡλίου,
τοῦ ἄρχοντος τοῦ πληγωμένου, 
ἡ θυγατέρα ἡ χρυσωμένη·
μητέρα της ἦταν η ἄνοιξις,
μὰ τώρα τρέφεται ,
ἀπὸ τὸ κόκκινον τοῦ στήθους μου αἷμα·
νὰ ῤχεσαι αὐγὴ νὰ τὴν φωτᾶς,
σσσσσς….
ναί, μὴν κλαίεις αὐγή, 
ναὶ, ναί,
ἡ μικρούλα εἶναι,
ἡ Ἐλευθερία!
Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
7-1-2011
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Δευτέρα 23 Απριλίου 2018

Τ’ ἀνθιὰ τῆς λευτεριᾶς





Τ’ ἀνθιὰ τῆς λευτεριᾶς


Ἀκόμη μία ἐπέρασεν τοῦ ξυπνημοῦ

ἡμέρα, πέραν τοῦ φωτός,

τῆς ὡραιοτάτης πέραν, τῆς εὐμορφιᾶς·

αὐτῆς ὁποὺ φθονεῖ ἡ αὐγὴ
καὶ τ’ ἄμοιρον δεῖλι,
ματώνει εἰς τὸ βασίλεμά του…

Ἦλθεν χάραμα τὸ πρῶτον ἀνάσαιμα,
μὰ ἔλειπεν ἡ εὐωδιά σου·
κι ἦταν γύρω ὁ κόσμος μου Θεά,
κῆπος κατάσπαρτος μ’ ἀνθιά·
μὰ ἔλειπες ἀρχόντισσα
κι ἔκλαιε ἀκριανὰ ἡ ῥὸζ ἑκατονταφυλλιά…

Ἔρμον τὸν καλπασμόν σου Φῶς,
ἄκουαν τὰ βουνὰ μὲ θλῖψιν
κι ἔσταξε ἀξάφνου δάκρυον τότες,
εἰς τὰ γαλάζια βάθη
τῶν πελάων καταμεσῆς
κι ἔγινεν ζωὴ μὲ ἄλικον χρῶμα…

Ἐπάλεψεν μὲ τῶν βυθῶν τὰ σκότη,
μὲ τὰ πελάη τ’ ἄγρια τὰ δουλικά,
μὲ τὴν ῥότα ἐταξείδεψεν τῶν ἐλεύτερων ἀφρῶν,
ἐγνώρισε τῆς γῆς ἀνθρώπους
καὶ σούρουπον θὰ ᾿ταν πιάς, ἀποκαμωμένη,
εἰς τῶν χειλιῶν σου, ὦ Ἐλευθερία, ἐκούρνιασε τὸν ἔρωτα,
ν’ ἀποκοιμηθῇ…

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
23-4-2011

Φωτογραφία «κλεμμένη» ἀπὸ ἄλμπουμ τῆς Βιολέτας Μελέτη.
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2018

Ὧ, ὁποία ἔκπληξις!

 Χαζεύοντας τὶς φωτογραφίες τῆς φίλης ΒΙΟΛΕΤΤΑΣ ΜΕΛΕΤΗ,
εἶδα αὐτήν, τὴν «ἔκλεψα » καὶ μοῦ ἔβγαλε τὴν κάτωθι σκέψιν...
Βιολέττα σὲ  εὐχαριστῶ !



Ὧ, ὁποία ἔκπληξις!

Εἰς τὴν ἄλλην πλευρὰ τῆς γειτονιᾶς,
πέρα ἀπὸ τὸ πέρας τῶν φώτων τῆς πλατεῖας,
περνώντας τὰ ὄμορφα στολισμένα μὲ ἄνθη καὶ ἀγάλματα οἰκήματα,
βαδίζωντας πλάι εἰς τὰ ῥομαντικὰ συντριβάνια,
τὰ κατάμεστα μυριόμορφα καταστήματα
μὲ τὶς λαχταριστὲς νοστιμιὲς καὶ τ’ ἀχνιστὰ  ῥοφήματα,
χαζεύοντας τὶς βιτρῖνες μὲ τὶς στολισμένες κοῦκλες,
θαυμάζοντας τὸ δειλινὸν ποὺ ἑτούτην τὴν εὐμορφίαν ἀγγίζει
καὶ τὶς σκιὲς ποὺ τ’ ὁλοστρόγγυλον φεγγάρι ὁδηγεῖ,
μόλις ἐπέρασα τὸ πέτρινον τῆς ἀκριᾶς σοκάκι,
ἡ θλῖψις ἐπλήρωσε τὴν ἤρεμην ψυχή μου…
Ὧ , ὁποία ἔκπληξις!
Ὑπάρχουν καὶ ἐκεῖ ἄνθρωποι…

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
24-1-2018


Συνεχίστε την ανάγνωση »

Σάββατο 13 Ιανουαρίου 2018

Μακεδονία







Μακεδονία

Μίαν φορὰν κι ἕναν καιρόν,
γυρολογοῦσε ὁ ἥλιος μοναχός·
πότες ὁμιλοῦσε σ’ ἀψηλά βουνά,
πότες σὲ περιγιάλια ζηλευτά.

κοῦστε με, τοὺς ἔλεε,
ἐδῶ εἶναι Ἑλλάδος γῆ·
ἐδῶ γεννήθηκε ὁ Φώς,
ἐδῶ ὁ ἐλεύθερος, ὁ λόγος, ἡ πνοή.

Κάτω ἀπ’ αὐτὸ τὸ χῶμα
καὶ πέρα ἀπ’ τὰ κορφοβούνια,
ἕνα ἀηδόνι καλαηδεῖ·
τοῦ ἀνέρα φωτός ἡ ἀδελφή.

λεεν ὁ ἥλιος ἔτσι
καὶ τὸν χιονιά της εἶχεν ἀγκαλιὰ
καὶ πότες λευκὰ τὸν ἔλουζαν πουλιά,
μὲ τοῦ Θερμαϊκοῦ τῆς νιότης τὴν χαρά.

Δὲν βλέπω σλαύου, ἔλεεν, φωνήν,
μήτες ὀθωμανοῦ ποδάρι·
βλέπω ψυχὴν Ἑλληνικήν,
γῆν ὁποὺ ἐγέννησεν Θεόν, Θεῶν καμάρι.

λοῦθε ἀφήνω τὸ χρυσαφί μου χάδι,
νὰ ᾿ναι τὸ χῶμα καρπερὸν
κι ἀπάνω εἰς τὰ νερὰ τὸν οὐρανόν,
νὰ εἶναι θέλω γαλανά, φόβος γιὰ τὸ σκοτάδι.

Νῆρον τὸ ὕδωρ τῆς ζωῆς,
θρέφει σε, κόρη τῆς πηγῆς,
ἐσένα Μακεδονία μου, γέννα Ἑλληνικήν,
τοῦ φιλαργύρου πόθε, τοῦ σκοτεινοῦ κατακτητή.

σαμε τοῦ κόσμου τὶς ἀκριές,
Μακεδονία ὑπάρχει
κι ὁποὺ ἀνθρώπινος λαλιά,
τοῦ Ἀλεξάνδρου εἶναι ἡ χάρι.

κοῦστε με τοὺς ἔλεε,
Μακεδονία εἶναι ἡ γῆς αὐτὴ
καὶ τὸ χῶμα ὁποὺ τὴν θρέφει,
εἶναι Γῆς Ἑλληνική.

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην    
4-7-2012
Συνεχίστε την ανάγνωση »