Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

Ἄλφα μου Βῆτα Ὡραῖον

 
 
 
 
 Ἄλφα μου Βῆτα Ὡραῖον
 
 
 
Ἄλφα μου Βῆτα ὀρφανόν,
Ἄλφα μου Βῆτα ὡραῖον,
ῥέει τὸ αἷμα σου γλυκύ,
εἶν' τὸ κορμί σου μιὰ πληγή.
 
Ἐσὺ ἤσουν κάποτε ὄνειρον,
θεὰ μέσα εἰς τὰ στάχυα,
νερὸν τοῦ Ἀχέρωντος σκληρόν,
μἀ σ' ἔκαμαν τσιγγάνα.
 
Ἔχεις χρῶμα τὸ Γαλάζιον,
τοῦ Ἡλίου τὴν ὁρμήν,
τοῦ πελάου τὸ ναυάγιον,
τοῦ Αἰόλου τὴν πνοήν.
 
Εἶσαι σύμβολον ζωῆς,
ἀνεμίζεις λευτεριά,
γέννημα εἶσαι τῆς Τιμῆς,
κεντημένη ζωγραφιά.
 
Ἀγλαὴν χαρὰν γεμίζεις 
τῶν ἡρώων τὶς καρδιὲς
καὶ μὲ δύναμιν ξεφεύγεις,
ἀπὸ τὶς κακοτοπιές.
 
Ὅρκον δίδω εἰς τὴν Τιμὴν μου,
νὰ  'μαι Ἕλλην καθαρός,
Ἐλευθερία ἐσὺ ἰδική μου,
εἶσαι ὁ Ἥλιος, εἶσαι Φῶς.
 
Μὲς' τοῦ Ἡλίου τὴν ἀγκάλην,
χουζουρεύεις ἁπαλά,
σὲ γυρεύω μές' τὴν ζάλην,
τῆς Πατρίδος μου χαρά.
 
Τῆς Παλλάδος δοξασμένη
κόρη εἶσαι τοῦ Φωτός,
μὲ Σοφία εἶσαι πλασμένη,
σὲ λατρεύω ὥς θνητός.
 
Κόσμε τῶν Ὕμνων τῶν Θεῶν,
δέξου τὴν προσευχήν μου,
τὴν γλῶσσαν μου προστάτευσε,
σῶσε μου τὴν Πατρίδα.
 
Ὧ, δύναμις τῶν τόνων!
Ὧ, χαρὰ πνευμάτων!
Γεῦσις τοῦ χρόνου ῥήματος,
ὦ, σχεδιαστὴ ποιήματος.
 
Χαῖρε τοῦ Ἄλφα ἄνοιξις,
χαῖρε τοῦ Βῆτα Βλέμμα,
χαῖρε τοῦ Πί, ὦ, Πυρκαϊά,
χαῖρε τοῦ Κόπα Κόσμε.
 
Χαῖρε τοῦ Ἕψιλον Ἐλιά,
χαῖρε τοῦ Ὡμέγα Ὥρα,
χαῖρε τοῦ Ῥό ὦ, Ῥοή,
χαῖρε τοῦ Σίγμα ἐσύ Σιγή.
 
Χαῖρε συμφώνων χάρισμα,
τῶν φωνηέντων αὗρα,
χαῖρε Γραμματική μου,
χαῖρε ἐσὺ μοναδική, Ἔγκλισις Εὐκτική μου.
 
Χαῖρε ἐσὺ ὦ, Ζῆτα μου,
ἀδέλφι μὲ τὸ Ἦτα μου,
ἀγκάλη μὲ τὸ Θῆτα μου,
ἐρωτευμένον Ἰῶτα μου.
 
Χρόνους πολλοὺς μᾶς μαρτυρεῖ,
Ζῆθι ἐσὺ τοῦ Ζῶ μου,
γλυκειὰ Προστακτικὴ μου,
μοῦ θύμησες νὰ Ζῶ, μετὰ τὸ Ἑ-ψιλόν.
 
Ζήτω ἡ Ἑλληνικὴ Γλῶσσα!!!
Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
25-9-2010
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Τὸ ἰδεῖν τοῦ Ποιητοῦ

 
 
 
 
Τὸ ἰδεῖν τοῦ Ποιητοῦ
 
Ἡ Εὐτυχία εἶναι στιγμή…
σὰν εἰκόνα ποὺ τὸν χρόνον μέσα της κλειδώνει·
σκέψου…
 
Ἕνας τεράστιος Ἥλιος,
βυθισμένος ὁ μισός,
εἰς τὴν ἄκριαν τοῦ γκρίζου πελάγου.
 
Μέσα ἀπὸ τὰ ἐλάχιστα Γαλάζια,
δελφίνι ἀναθαρρεύει,
ὁρμᾶ εἰς τὸν ἄνεμον,
χαιρετᾶ τὸν ἐρχομὸν τοῦ ἀσημιοῦ
καὶ χάνεται ξανά,
μέσα σὲ μαβιὰ ζωή,
σὰν νὰ τρυπώνῃ εἰς τὴν ἀγκαλιάν,
τοῦ ἄλλου μισοῦ σκοτεινιασμένου πλέον Ἡλίου.
 
Αὐτὴ εἶναι μία στιγμή
καὶ ἡ στιγμὴ εἶναι εὐτυχία…
ἡ Εὐτυχία τοῦ Ἰδεῖν τοῦ Ποιητοῦ…
 
Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
6-10-2012
 

Συνεχίστε την ανάγνωση »

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Τὸ ᾿λεγαν χελιδόνια



Τὸ ᾿λεγαν χελιδόνια

Τὸ ἤξερα γαλάζια πὼς εἶσαι,
ὅσον κι ἄν τὸ ᾿κρυβε τὸ λευκόν σου δέρμα·
μήτες τὸ στάρι μὲ πλάνεψε, γύρω ἀπὸ τὸν λαιμόν σου,
μήτες τὸ μεγαλεῖον,
ἀπ’ τὰ ῥὸζ τῶν χειλιῶν σου.

Τὸ ἤξερα γαλάζια πὼς εἶσαι,
μοῦ τὸ ᾿πε ἀπόψε ἡ βροχή·
τὸ δάκρυ μοῦ τὸ ᾿πε τῆς θάλασσας,
σὲ κάθε σὰν φθάνῃ ἀκτή,
τὴν ἄμμον ῥωτᾶ, γιὰ δὲν εἶσαι ἐκεῖ.

Τὸ ἤξερα γαλάζια πὼς εἶσαι,
πὼς εἶσαι τῆς γῆς  Ποθητή·
ἀπ’ τὰ βότσαλα τ’ ἄκουσα,
καθὼς ξέσερναν ἀφροὶ τὰ λαμπυρίσματά τους,
μὴν προκάμῃ ἔμελλε ἡ Πανσέληνος, νὰ τοὺς φέρῃ σιωπήν.

Τὸ ἤξερα γαλὰζια πὼς εἶσαι·
τὸ ᾿λέγαν ἀνέμοι σὲ γῆς Ποιητῶν,
ἀηδόνι τὸ ᾿πε, πασχαλιὰν εἰς τὴν αὐγήν,
τὸ ᾿λέγαν χελιδόνια σ’ Ἑλληνικοὺς Οὐρανούς,
ὁ Μέγιστος τὸ ᾿λεγε τοῦ Ὁλύμπου, εἰς τοὺς ἄλλους Θεούς.

Τὸ ἤξερα γαλάζια πὼς εἶσαι·
τὰ μάτια μου τὸ μαρτύρησαν, τὰ χείλη μου ἐμειδίασαν,
τὸ ᾿παν εἰς τὴν πρώτην μου ἀνάσα,
πὼς εἶσαι χαμόγελον θαλασσινόν,
θηλυκὸν πῶς εἶσαι Γαλάζιον, Ἱερόν.

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
4-10-2012

Συνεχίστε την ανάγνωση »

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Ἕνα Μικρὸν Μικρανέμι



Ἕνα Μικρὸν Μικρανέμι

Μέσα εἰς τῶν ἀνέμων τὴν παραζάλην,
γεμάτον νιότης ζωήν, μικρὸν μικρανέμι ἐχάθη,
κάπου εἰς τοῦ Δημοσάρη τὴν γῆς,
σὲ δυό τὴν Ὄχη ποὺ ἔκοψε.

Μαγεμένον, τὴν φρεσκάδαν του ἅπλωνε,
σὲ μονοπάτι ποὺ ᾿χε γάργαρες πηγές,
σὲ λίμνες ἀπὸ νεράιδες ζωγραφισμένες γαλαζοπράσινες
κι ἄφηνε τὰ κελαηδίσματα,
χάδι νὰ εἶναι μακρόσυρτον εἰς τὴν ἀγκαλιάν του.
Ἤξερε ἀπάνω πὼς εἶναι σ’ ἀψηλὲς κορφάδες,
ἀγριεμένοι, ἄνεμοι γηραιοὶ πὼς τὸν ἀναζητοῦν.

Μὰ λεύτερον τὸ μικρανέμι,
σὲ πρωινὸν καστανόλογγον εὐωδιαστόν ἐτρύπωσε,
μὲ παιδικὴν ὁρμὴν
καὶ μέσα του εἶδε, κόσμοι ἦταν, ἀλλόκοσμοι.
Δρύοπες τῶν δασῶν, Λέλεγες τῶν λιμνῶν,
ἀπὸ καστανιὲς πίσω ξεπρόβαλαν,
ῥωτώντας γιὰ τὸν Δράκον, γιὰ τὸν Κύνα…
ἄχ…
μονάχον ἤθελε,
εἰς τὴν ἄγριαν βροχοστόλιστον Ὄχη νὰ ζήσῃ.


Ἔπλεε τὸ μικρανέμι,
σὲ γεννημένες σκιὲς ἀπὸ βράχους σεμνούς,
ἀπάνω χόρευε εἰς τὶς ῥεματιὲς μὲ πουλιά, πασχαλιὲς καὶ πεταλοῦδες
κι ὁποὺ ἐπατοῦσε ἄκουες σιγανά,
Βαθύρεμα…Πλύστρα…Πλατανίτσες…
Ῥηγιάς… Ἀρχάμπολη…
Χοροπηδοῦσε καὶ γέλαε,
μιᾶς εἰς τὰ Στῦρα, εἰς τὸ Μαρμάρι καὶ εἰς τὴν Κάρυστον μιᾶς.

Κι ἔπειτας μὲ φούριαν τὸ μικρανέμι,
μέσα περνοῦσε ἀπὸ αὐλές λευκές, ἀσβεστωμένες,
μ’ ἀνθισμένους ἰβίσκους, γιομάτες ῥοδιὲς καὶ γλυκὰ φραγκόσυκα.
Σὲ δροσερὰ μέσα τρύπωνε σπηλιώματα
κι ὕστερις πετοῦσε ἀψηλά,
βαστώντας γερὰ τὶς κελαηδιὲς τῆς ἄγριας καρδερινιώς,
τοῦ φλώρου, τοῦ λούγαρου, τοῦ ἀηδονιοῦ…
σκορπώντας τὴν χάριν του,
εἰς τὶς ἀνθισμένες τῆς Ὄχης πλαγιές.


Κι ἔτσι πλανεμένον, μὲ γαληνεμένον πετοῦσε νοῦν,
ἀπὸ τὴν Εὐβοϊκὴν νησιώτικην γῆς ἀπάνω·
καὶ τότε εὐρέθη ὀμπρὸς τὸ μικρανέμι,
ὀμπρὸς σὲ θρῦλον, μῦθον καὶ Θεούς.

Ἐσφύριζε ἡ ὁρμή, ἡ νιότης του,
καθὼς εἰς τοὺς χρόνους τριγύριζε τοῦ Δρακόσπιτου·
κι ἦταν ὁ ἥλιος παντοῦ νὰ τὸ προσέχῃ.
Θὰ ᾿ταν καταμεσήμερον
κι ὁλοῦθε ἀχνιὰ ἀπ’ τὴν δροσιάν του
καὶ κουρασμένον πιὰς αὐτό,
ἐστάθη εἰς τὸ πάτημα καὶ μοίρασε γύρω σιγήν,
δίπλα ἀπὸ τὴν κεφαλὴν τῆς Ὄχης.

Καθὼς τὸ λιοπύρι τὸ ἔλουζε,
ὕμνους ἄκουσε μακρόσυρτους, μακρόθεν·
ἀνακάτωσε τὶς γύρω φυλλωσιές,
ἐδρόσισε τοὺς Δρύοπες τῶν Παλαιῶν Λόγων,
τοὺς Λέλεγες ἐδρόσισε φύλακες τῶν γύρω ὅλων.
Καὶ πρὶν ἀνάμεσα χαθεῖ σὲ πρωτόκαρπες καστανιὲς
καὶ σὲ μυστικὰ τοῦ ὅρους βυθισθῇ νερά,
πῆρε τὴν εὐλογίαν εἰς τὸ Δρακόσπιτον ποὺ ἐζοῦσε
κι ἔστειλε τὰ πουλιὰ σὲ πλαγιὲς νὰ τὴν τραγουδήσουν.

Κι ὅλη ἦταν ἡ Ὄχη μ’ ἀνατριχίλα,
καθὼς ψιθύριζε πετώντας πιὰς τὸ μικρανέμι,
Ὦ, Ἧρα Τελεία,
ὦ, Ἧρα Τελεία…
ὦ, Ἧρα Τελεία…

ΥΓ: « Ἀφιερωμένον εἰς τὸ Μικρανέμι,
ὁποὺ κυρίαρχος νὰ γίνῃ Ἄνεμος,
εὔχομαι! »

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
3-10-2012

Συνεχίστε την ανάγνωση »

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Τ’ ἀσήμια τῆς Σελήνης





Τ’ ἀσήμια τῆς Σελήνης


Ὁλονυχτιὰ εἰς τ’ ἀψηλὰ σὲ εἶδα ὀρθή.

Πλάι σου εἶχε ἡ Σελήνη γείρει

κι ὅλα ἦταν τ’ ἀσήμια της,

ἀπὸ τὶς καταμεσιὲς τῶν πελάγων,

τὶς πλαγιὲς π’ ἀντρειωμένες καμάρωναν,

τοῦ πετρίτη τὶς ἄκριες φωλιὲς

καὶ τοῦ Θεοῦ τὰ μύρια θλιμμένα μάρμαρα ὑμνοῦσαν.


Τὰ χέρια σου καρτέρι σὲ ξάστερους οὐρανούς,

διάπλατα σὲ ἀνατολὴν καὶ δῦσιν ἁπλωμένα·

μέσα τους ἔθρεφαν τὸ φῶς,

τ’ ἀσήμια τῆς Σελήνης.


Κι ἔκραξε τότες ἡ νύκτα καὶ λόγον ἔννεπε

καὶ μέσα ἀπὸ τ’ ἅγια σου χέρια,

ἔρωτας…

τ’ ἀσήμια τῆς Σελήνης καὶ τῆς ζωῆς

καὶ τοῦ Θεοῦ τὸ νιογέννητον χρυσοῦν τοῦ Παρνασσοῦ.


Χαῖρε Ζωή!

Χαῖρε Μέγιστε!

Χαῖρε, ἐτραγούδησες ἀντίκρυ του

κι ἕνωσες τὶς ἄκριες τῶν χεριῶν σου.

Τὴν νύκτα ἐσφάλισες

καὶ ξεχύθηκε ἀπὸ τὰ γλαῦκα σου μάτια, φῶς ἄπειρον,

σὲ οὐρανὸν καὶ σὲ γῆς καὶ ὡκεανοὺς μακρινούς…

μύριες  καὶ μύριες ἡλιόλουστες ἀχτῖδες,

χειροκροτοῦσαν τὸ χαῖρε σου Θεά,

ὦ Παρθένα Παλλάδα Ἀθηνᾶ!


Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς

Ἕλλην

2-10-2012

Συνεχίστε την ανάγνωση »