Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2016

Γαλάζια νἆναι ἡ Λευτεριὰ

Γαλάζια νἆναι ἡ Λευτεριὰ Ἔλα ἀητέ μου εἰς τὴν φωλιὰ τῶν ἀποκρήμνων βράχων, τῆς ἄγριας ὀμορφιᾶς τῶν δειλινῶν, ὅπου τὴν εἶχαν ἀγκαλιὰ τὰ λεύτερα πουλιά. Μικρὸν ἀετόπουλον κρύβει εἰς τὴν ζεστασιά της, μὲ πάθος ἀνημέρωτον καὶ τρομερὴν λαχτάρα· γυμνάζει τὶς φτεροῦγες του, ψάχνει τὴν λευτεριά του, τοῦ ἀνέμου τὸν ἐρωτισμόν, πέρα ἀπὸ τὴν πικρὴν σκλαβιά. Ἡ νιότη ἁπλώνει τὴν δροσιὰ ἐπάνω εἰς τὰ φτερά του καὶ ἡ φωλιὰ ἡ ἀγκαλιὰ εἶναι ἡ σπίθα ἡ πυρκαϊὰ ποὺ κτίζει τὴν καρδιά του. Τὸ βλέμμα του πέταγμα τῆς φύσεως ἄγριον, ἴδιον μὲ τὸ ἰδικόν σου πατέρα ἀητὲ καὶ ἡ ὡραία θηλυκιὰ πατρώα του φωλιά, τὸ αἷμα του ζεσταίνει καὶ τρόμος μέγας γίνεται, καθὼς τὰ νύχια του ἁπλώνει. Μὲ ῥάμφος ὡς τὰ πέτρινα βουνὰ καὶ στῆθος γρανιτένιον, ἀετόπουλον γεννήθηκε σὲ τούτην τὴν φωλιά, ὅπου γαλάζια εἶναι τὰ κλαριὰ καὶ τὰ φτερά του γράφουν, λευτεριά. Εἶναι τὸ γέννημα τῆς ἀρετῆς, τοῦ θήλεος καὶ τῆς ψυχῆς. Ἔλα πατέρα ἀητὲ εἰς τὴν φωλιὰ νὰ γίνῃ τ' ἀητόπουλο φωτιά, ν' ἀνέβῃ εἰς τοῦ ἡλίου τὴν χαρὰ καὶ ὡς φτερωτὸς αὐτὸς τοῦ κόσμου ἐραστής, νὰ φέρῃ φῶς καὶ ξαστεριά· γαλάζιος νἆναι ἐκδικητής, γαλάζια νἆναι ἡ λευτεριά. Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς Ἔλλην 26-4-201...
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2016

Αὐγῆς ἱσταμένης τοῦ Νοέμβρη

Αὐγῆς ἱσταμένης τοῦ Νοέμβρη Κομψὴ κι ἀέρινη Λυδία ἐσὺ θαλασσινὴ καὶ αἷμα μου ἐσύ, σπέρμα, μῆτρα κι ἀδελφή, ψυχὲς γεμάτη ἐσὺ καὶ ὄνειρα κι ἀπελπισιὰ καὶ θλῖψιν, δάκρυα κι αὐτὸ ποὺ λένε προσφυγιά, εἰς τὰ πέλαγα ἅπλωσες, εἰς τὰ γύρω καὶ τὰ μακρινά, καθὼς τῆς Ἀλεξανδρείας τὸ φῶς σὲ ἔλουζε,  τ’ ἀντίον καὶ ἡ ὕστατη ματιά… Ὄμορφη ἡ πρώτη κόρη  ἀνέβαινε δειλά, τοῦ ταξειδιοῦ τ’ ἀλάλητα τὰ σκαλοπάτια· κι εἶχε ὁ γεροδημητρὸς τὸ χέρι της γερὰ βαστάξει, μὴν καὶ κάποιος ἄνεμος νυκτερινὸς θαρρεῖς τοῦ τὴν ἁρπάξει· κομψὴ κι ἀέρινη Λυδία ἐσὺ θαλασσινή. Κι ἡ ἄλλη νήπια μικρὴ μελαχρινούλα, δὲν ἐγνώριζε ἐμπρός της τὸν καημόν· εἰς τὸ ἀτέλειωτον νανούρισμα ἦταν ἀφημένη, Σμυρνιᾶς, ποὺ ἐπέζησε ἀπ’ τὸ φονικόν, κυνηγημένης, μ’ ἀθῶα μάτια ἐσφράγιζε ἐτοῦτον τὸν διωγμόν· κομψὴ κι ἀέρινη Λυδία ἐσὺ θαλασσινή. Καὶ τώρα ἐτούτη ἐδῶ ἡ ἀνατριχίλα, μοῦ ἔφερε τὶς μυρωδιὲς ἀπὸ ἐκειὰ ὁποὺ ᾿ταν γαληνεμένες, μυρωδιὲς ὁποὺ ἡ κόρη ἡ πρώτη ἀναζητᾶ κι εἶναι τὰ στήθια της γι’ αὐτὸ γερά, πικρὰ σφιγμένα. Σὰν τότες, αὐγῆς ἱσταμένης τοῦ Νοέμβρη, ὁπου τἀ μάτια της πρωτόδαν τὸ ξημέρωμα βουνά,  βουνὰ  Ἑλληνικὰ καὶ τρέχοντας θὰ ἔφευγε ἀπὸ τὴν λαμαρίνα· κομψὴ κι ἀέρινη Λυδία ἐσὺ θαλασσινή. Στέκει ἀκόμη ἀντίκρυ της τὸ πάτημα εἰς τὴν σκάλα, τὸ βλέμμα τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ εἰς τὴν γλυκειὰν Πατρίδα, τὸ δάκρυ...
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2016

Πόλεμος

 Πίνακας τῆς Ἀσπασίας Χαϊκάλη. Πόλεμος Πόλεμος, πόλεμος· ξυπνᾶτε ἄνθη  κι ἐσεῖς λουλούδια καμαρωτὰ ἁρματωθεῖτε. Ὦ, πόλεμος καὶ πῶς νὰ πολεμήσῃς; Λίγα μονάχα δένδρα, γῆ σοῦ ἔμειναν γερὰ καὶ ὅλοι οἱ βλαστοὶ εἶναι γύρω σου ὡραῖα καλλωπισμένοι. Πόλεμος. Ἄτιμη γῆς κι ἐσὺ φωτιὰ ἐφιάλτη, ἀφήσατε ὅλην τὴν ἀνθοβολιά, εἰς τοὺς κορμοὺς κεφάλι. Πόλεμος, πόλεμος· μόνον μιὰ πέτρα, ἡ λαμπρή, νὰ πολεμήσῃ θέλει. Τὰ πόδια της ἐμπρὸς τὴν ὁδηγοῦν, τρέχουν τὰ ἄνθη ἐπάνω της, καὶ τὴν ποδοπατοῦν, τρέχουν νὰ φύγουν μακρυά, ὁ φόβος τὰ ‘καμε τρελλά. Πόλεμος, Πόλεμος· μὲ νάζι ἔρχεται ὁ ἐχθρός, σ’ ἔνα πλατὺ χαμόγελον καβάλα, δὲν φαίρνει σφαῖρα, οὔτε καπνιά, φέρνει εἰς τὴν πέτραν τὴν λαμπρήν, σκοτάδι νἄχῃ καὶ καταχνιά. Αὐτὸς ὁ κάμπος ὁ τραχύς, ποὖταν γεμάτος μὲ ἀνθοὺς ἐπάνω σὲ γεροὺς κορμούς, τώρα ἔχει μόνον πέτρες. Ὁ πόλεμος ἔφερε φυτά, γεμάτα ὅλα μ’ ἄνθη, μὰ τὰ ξερνᾶ τὸ χῶμα αὐτό, ποὺ εἶναι γεμάτον αἶμα. Μέσα του ῥιζώνουν δεντριὰ ποὔχουν καρποὺς τὰ δίκοπα σπαθιά, νὰ ἔλθῃ ὁ ἥλιος ὁδηγὸς νὰ γίνῃ ὁ κάμπος καρπερός… Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς Ἕλλην 12-6-201...
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2016

Λεμεσὸς

Λεμεσὸς Λένε πὼς εἶναι τὸ χρῶμα της ξανθόν, μὲ αἷμα ἡρώων θηλασμένον, πὼς ἐπάνω του πέφτει δειλά, μὲ ντροπὴ τὴν νύκτα ἡ βροχή, νὰ δροσίσῃ τῆς Κύπρου αὐτὴν τὴν γῆ. Ἔχει  γλυκόπιοτον λένε ἡ Κουμανταριά, κρασὶ ἀπὸ τοῦ Ὁμήρου τοὺς χρόνους, ἐξαγνισμένου λιαστοῦ σταφυλιοῦ, μὲ τοῦ φωτὸς τὸ βασίλεμα, ζυμωμένον. Μονάχη της λένε πὼς περνᾶ, τὶς νύκτες ἐπάνω της ἡ ξαστεριά, τοῦ αἵματος ἄδωντας ὕμνον καὶ τῆς λευτεριᾶς, νοσταλγώντας τὸν ἔρωτα, τοῦ χαμένου της χαμογέλου καὶ τῆς χαρᾶς. Ἑλλήνων λένε ἡρώων, πὼς ῥέει εἰς τὶς φλέβες της αἷμα, κορίτσια πὼς ἔχει ὡραῖα, μὲ χρῶμα εἰς τὸ δέρμα λευκὸν, τῶν μουσῶν καὶ μάτια,  πόθον τῶν παλληκαριῶν. Σείρει λένε πρώτη ἡ αὐγή, τὸν χορὸν εἰς τὸ μυρωδάτον της χῶμα καὶ καλεσμένη εἰς τὸ κέντρον ἡ ἄνοιξις, ξεδιάντροπα λικνίζεται, ἐμπρὸς εἰς τοῦ ἡλίου τ’ ἀχόρταγα μάτια. Ὅλων λένε πὼς εἶναι πόθος, κρυμμένος εἰς τῶν λαῶν τὶς καρδιές, λουσμένος ἀπὸ γιασεμιὰ καὶ βιολέτες, δυόσμους, βασιλικά,ἁγιόκλημα καὶ πανσέδες, ὅταν γαμβρὸν τὸν ἄνεμον συνοδεύῃ. Στέκει ἐπάνω της λένε αὐτός, καμαρωτός, σὲ θρόνον ἀέρινον ἀπὸ μαβιὲς μπουκαμβίλιες καὶ γύρω του ἀνεμῶνες, θυμάρια καὶ τριανταφυλλιές, ῥαίνουν τὰ χώματα καὶ τὶς ψυχὲς κι ἡ Λεμεσός, τὰ ταξείδια του γεμίζει μ’  εὐχές. ΥΓ : Ἀφιερωμένον εἰς τῆς Λεμεσοῦ τ’ ἀδέλφια μου. Δεσποτάκης τῆς...
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

Ἐξεκίνησα τὴν ἀναρρίχησιν χειροκροτώντας ὁλημερίς. Κάπου εἰς τὰ μέσα τῆς διαδρομῆς μὲ ἐμίσησαν τὰ χέρια μου. Ἄμεσα ἐπέστρεψα εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ τότες οἶδα πὼς ἐκεῖ ἦταν ἡ γαλήνη μου· ἔστεκε μονάχη καὶ ἀξιοπρεπής… Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς Ἕλλην 7-6-2016...
Συνεχίστε την ανάγνωση »