Κυριακή 21 Απριλίου 2013

Ὁ Μῦθος

 
Ὁ Μῦθος
 
Γνώρισα μιὰ πέτρα ἀρχαία,
κρυμμένη καλὰ μέσα σὲ χώματα μοιραῖα…
εἰς τὰ μάτια μὲ κύτταξε μὲ γαλήνη,
καὶ ἦταν εἰς τὸ κορμί της λαξευμένη,
 πύρινος ἡ εἰρήνη.
 
Τὶς ὧρες ποὺ ἡέλιος ἐβασίλευε,
τὴν ἀνδρείαν τοῦ αἵματος ἐγύρευε
κι ἐρχόταν ἡ αὐγὴ τὸ ξημέρωμα
κι ἡ πέτρα ἐκυτοῦσε 
τῆς φωτιᾶς τὸ ἡμέρωμα.
 
Μοῦ εἶπε τὸν πόλεμον πὼς εἶχε παιδί,
πὼς δὲν εἶχε πιὰ ταίρι, παρὰ μόνον σπαθί,
ἡ καρδιά της ἔμοιαζε μὲ πύρωμα κι ἀτσάλι,
Ἑλλάδαν ἐγκυμονοῦσε,
ἐλεύθερην πάλι.
 
Μισῶ, εἰς τὴν ἅμμον ἔγραψε,
κυτῶντας με ξανά,
τὸν Ἄτιμον Θάνατον καὶ τὴν Λησμονιά,
μὲ αὐτὸ τὸ ξίφος τῆς καρδιᾶς,
κέρδισα τὴν ἐλευτεριά.
 
Πέρασαν εἶπε ἀπὸ ἐπάνω μου πόδια βρώμικα,
μὲ μπότες βαριές ποὺ μ’ ἔθαβαν εἰς τὸ χῶμα,
μὰ εἶμαι πέτρα σκληρὴ καὶ ἀρχαία
καὶ μέσα ἀπὸ τὸν πόλεμον,
γίνομαι Ὡραία.
 
Προχῶρα καὶ στάσου ἀλλοῦ,
ἐδῶ ὑπάρχει τὸ ἰδικόν μου αἷμα,
χῦσε σὲ χῶμα Ἑλληνικὸν παντοῦ τὸ ἰδικόν σου
ἤ πᾶρε τὴν λησμονιά,
νἆναι σύντροφός σου.
 
Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
13-9-2011
 

Συνεχίστε την ανάγνωση »

Τρίτη 16 Απριλίου 2013

Ἡλιόλουστος δεκάτη

 
 
Ἡλιόλουστος δεκάτη



Καλημέρα τῆς ποιήσεως ἐμπνευστική·
στιγμήν,
εἰς τὴν ὄχθην τῆς πηγῆς
τοῦ ἀχέροντος ἐστάθης,
μίαν...
κι ὀρθώθη δίπλα σου ζωή.
 Σεμνά, κῦτα, πὼς κυλοῦν
μ’ ἀφροὺς ἐνδεδυμένα τὰ νερά του,
μὴν ὁ γενναῖος ἡέλιος μοναχός,
τὴν κρυσταλλοσύνην του ξάφνου ἀδράξῃ.
 

 Στρατιὲς προελαύνουν γύρω σου ἀνθισμένες
κι ἀρώματα εἶναι ἐμπρὸς ἡγέτες.
 Ἠχεῖ παιὰν κελαηδιστός,
μύρια τὸν τραγουδοῦν πουλιὰ
κι ἐξαγνισμένα ἀπ’ τ’ ἄκουσμα
γάργαρα τὰ νερά,
ἀφρίζοντας χειροκροτοῦν
τὴν εὔμορφον λιακάδα.
 

 Κι  ἀπάνω μύησις!
 Γόησες οἱ μοῦσες δέκα
εἶναι εἰς τὶς πηγές·
ξέφρενα οἱ ἐννέα χορεύουν
καὶ ἡ φύσις ὀργιασμένη,
τὴν μιὰ κορμὶ μυριόλευκον φορεῖ,
τὴν ἄλλην χρώματα ἀπ’ τὴν γῆ.
 

 Μὲ φούρια τώρα … νά,
μέσα ἔρχεται ἀπ’ τὸν ἄνεμον
ἡλιόλουστος ἡ δεκάτη.
 Πρῶτα μαγεύει μὲ ἔρωτα τὸν ποταμὸ
καὶ ὕστερις,
γερὰ βαστά τὰ δυὸ τῆς φύσεως χέρια.
 Τὸ ἕνα θλιμένη εἶναι κόρη,
ἡ φθινοπωροῦσα,
τὸ ἄλλο ζωὴ ἀνοιξιάτικη,
ἡ ἐγκυμονοῦσα...
 

 Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
4-11-2011

Συνεχίστε την ανάγνωση »

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Ἰδοῦ ἡ Ἑλλὰς


 
 
Ἰδοῦ ἡ Ἑλλὰς
 
 
Ἡ Ἑλλάδα εἶναι παγκόσμιος Πατρίδα,
ὅπως εἶναι ἡ γλῶσσα της
ἡ φιλοσοφία της,
 ἡ ἀνδρεία της,
τὸ φῶς τῆς Δήλου,
 ἡ κύπρις,
οἱ γαλαξίες,
τὸ διάστημα,
ὁ ἀμαζόνιος,
ὁ ὠκεανὸς τοῦ Ἄτλαντος
καὶ θὰ εἶναι τοὐλάχιστον,
μέχρι νὰ ἀνακαλύψουν οἱ «μεγάλοι»,
τὴν Ἰατρικήν,
τὰ μαθηματικά,
τὴν φυσικὴν
καὶ τὸν τρόπον
νὰ βάλουν χέστρες εἰς τὶς Βερσαλλίες...


Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
14-6-2011

Συνεχίστε την ανάγνωση »

Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

Καραβόπαιδον

 
 
 
Καραβόπαιδον
 
Δὲν ἔχεις θάλασσα καρδιὰ
κι ἐσὺ στεριὰ γυναῖκα·
λιμάνια ἐγέννησες παντοῦ,
μὰ πές μου ἄν θὲς
μὴν στέριωσες ποτές
ἤ χόρτασες ξενιτεμούς,
ἀπ’ ἀνδρειωμένους νιούς;
 
Σὲ εἶδα χλωμὸν παλληκαράκι,
εἰς τοῦ Χάλιφαξ τὴν ἀγκαλιά,
νὰ προσπαθοῦν οἱ πάγοι νὰ σὲ νικήσουν,
μέσα εἰς τὰ κανάλια τοῦ Κεμπέκ…
Κι ὕστερις ἀμανίκωτος,
εἰς τὴν ἄβυσον τῆς Μπουχάνα,
ἀνάμεσα σὲ χορτάρινες καλύβες
καὶ τὶς παραχωμένες εἰς τὴν γῆς,
μπύρες τοῦ Ἰταλοῦ…
 
Σὲ εἶδα ἀνάμεσα εἰς τὸ πιστόλι τῆς πόρνης,
τῆς βρῶμας τὴν λιγοθυμιὰ
καὶ τὸν δόκιμον, τὸν Ἀποστόλην,
νὰ λαχταρᾶς ἀπανεμιά.
 
Σ’ ἄκουσα…
εἶπες ἀθρῶποι εἶναι,
σὰν εἰς τῆς Νέας Ὀρλεάνης τὰ γκέτα πατοῦσες χαμένος
καὶ μονάχα χαμογελοῦσες,
εἰς τὴν μαγείαν τῆς μουσικῆς…
σὲ σοκάκια καὶ μισοσκότεινες ἄγνωστες γειτονιές…
 
Κι ἔπειτας Βαλτιμόρη…
κι ἐσὺ φοβισμένος κυτοῦσες μιᾶς τὴν μαριχουάνα
καὶ μιᾶς τὴν πελώρια Πατρίτσια Ρόμπυ,
καὶ τὰ χρώματα ποὺ ἔγραφαν Χίος Μπάρ…
 
Κι ἦταν τὸ ταξείδι μακρύ·
σ’ ἔβλεπα ὅμως ἀνακατωμένο μὲ καπνὰ
ἡμέρες τώρα εἰς τὸ Τερναοῦζεν,
νὰ χαζεύῃς τὴν  πλώρα καὶ τ’ ὄνομα τοῦ βαποριοῦ…
καλὰ ἐνθυμοῦμαι μικρέ,
Εὐνίκη λεγόταν, ναί…
Εὐνίκη!
 
Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
20-2-2013

Συνεχίστε την ανάγνωση »

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

Μύρισε Ἄνοιξις


Μύρισε  Ἄνοιξις

 Μύρισε  Ἄνοιξις
μές’ τὴν ματιὰ τοῦ Φεγγαριοῦ.
Μύρισε  Ἄνοιξις,
 εἰς τὴν στράτα τοῦ Μάη.
Κι ἐγὼ τὴν λογιζόμουν, πὼς μελισσόφερνε,
ἀνάμεσα εἰς τὰ κτερίσματα τοῦ ῥημαγμένου της παλατιοῦ·
καὶ μόλις δυὸ παιδικὲς ἀνοιξιάτικες σπιθαμὲς ἀντίκρυ της.,
νὰ τὴν κορτάρῃ ὁ ἐρωτύλος γυαλός.

Μύρισε  Ἄνοιξις μεσ’ τὴν αὐλή μας
καὶ τὸ φλέρτ τῶν γιασεμιῶν,
μ’ ἔκανε νὰ δακρύσω.

Μύρισε Ἄνοιξις,
μὰ τὸ χαμόσπιτο τοῦ κύρ-κούκου στέκει ἀδειανόν·
μοναδικόν του χαμόγελον τὸ κάλεσμα τῶν κρίνων
καὶ τῆς μενεξιᾶς μπουκαμβίλιας,
ποὺ προσπαθοῦν θαρρεῖς νὰ τὸ κρύψουν στὶς ἀγκαλιές τους.
Κι ὅμως!

Μύρισε Ἄνοιξις…
τὴν βλέπω εἰς τὴν ψυχή μου,
μικρὰν παιδούλα μὲ ἄσπρην κορδελίτσα καὶ χιλιόχρωμον φουστανάκι,
σὰν τὴν ἴδιαν τὴν φύσιν λαξευμένη  εἰς τὸ κορμί της.
Μύρισε  Ἄνοιξις
καὶ τὸ βλέμμα της σκόρπια χυμένο,
εἰς τὴν γλύκα τῶν βράχων καὶ εἰς  τὰ  χάδια τοῦ νεροῦ,
ποὺ σκανδαλίζουν τὶς ἄκρες τῶν οὐρανῶν.

Μύρισε  Ἄνοιξις
καὶ ἡ  θεϊκή της ὁσμή,
τυλίγει τὸ πνεῦμα μου,
παραλύει τὶς αἰσθήσεις μου,
καὶ ἀφήνει τὸ ἐγώ μου ἀπροστάτευτον,
 εἰς τὸ  ἐρωτικόν της κάλεσμα......

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
19-5-1998

Συνεχίστε την ανάγνωση »