Τρίτη 24 Μαΐου 2016

Ἐπώνυμη καταγγελία.





πνυμη καταγγελα.

     Καταφρομαι περ το οδετρου ρθρου «Τ», τοῦ θηλυκοῦ τῆς αἰτιατικῆς πτώσεως «Τήν» καθς πσης κα το ρσενικο τς ατιατικς πτσεως «Τν». Παρακαλ ν πμβ μεσα Γραμματικ στυνομα κα ν τ συλλβ! Πολλκις βλπω πς πουλα κινονται ντς το γραπτο λγου, προσπαθντας ν γνουν μεσα μρος το προφορικο. Τ κνουν καθημερινς, εδικς δ, παραβιζουν κμη κα τος λογοτεχνικος λγους, κνοντας τ γρφημα π μπνευσιν, σ μπακαλχαρτον. Διτι Κριε Γραμματικ εσαγγελα, λλον εναι «τ γργορον τρανον» κα λλον «τ γργορο νθρωπο», λλον «τ καθαρν φεγγρι» κα λλον «τ καθαρ οραν»,  πως κα νευ ταυττητος εναι κα τ θκη, τ πρτα, τ μαμ, τ γυνακα, τ… μαλακα πο μς δρνει.
     Ατομαι τς συλλψες τους  κα παραδειγματικς τιμωρας ως συμμορφσες τους.


καταγγλλων

Δεσποτκης τς Δαμητρς
λλην


24-5-2016
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

Δέρμα ἀπὸ Μέταλλον


Δέρμα ἀπὸ Μέταλλον

Εἶσαι ἕνα γρήγορο ἑρπετόν,
ποὺ σέρνεται εἰς τὸν δρόμο·
μισὸ τὸ δέρμα εἶναι μέταλλον
καὶ τ’ ἄλλο πλαστικόν.

Κυρίαρχος εἰς τὸ γκάζι σου
εἶσαι ὁ βασιλεὺς τῆς σέλας,
τὴν ἄσφαλτον φιλᾶ ἡ μπότα σου,
εἶσαι ὁ θεὸς τῆς τρέλλας.

Τὰ μάτια καρφωμένα
μετὰ τὴν παρατεταμένη,
εἰς τὴν ἐπόμενη δεξιά·
τὸ φίδι ἀρχίζει σέρνεται,
θαρρεῖς κάνει βουτιά.

Ἀνίκητον τὸ τέρας τῆς ἀσφάλτου,
γιὰ ἕνα μόνον νοιάζεται,
νὰ πάρῃ τὴν πρωτιά.

Παραμονεύει ὁ θάνατος σὲ κάθε ἀλλαγή,
μὰ ἀπὸ τὴν ψυχή του μέσα
ἄλλο θὰ γεννηθῇ.

Μυαλό, στροφὲς εἰς τὰ κόκκινα,
μουγκρίζει τὸ κορμί του·
δὲν τὸ λυγάει ὁ θάνατος
ἡ ἴδια ἡ ζωή του.

Καὶ ὅλοι αὐτοὶ ποὺ φύγανε
ψηλὰ ποὺ ἔχουν ἀνέβει,
σὲ οὐράνια πίστα πήγανε
καβάλα σ’ ἕνα ἀστέρι.

Ἐκεῖ πέρα τὰ θεριά,
ἔχουν μόνον πίσω ῥόδα
καὶ ὑπάρχουν μερικὰ
ποὺ εἶναι πάντα ξαπλωτά.

Οἱ ἀγγέλοι ὁδηγοὶ
εἶναι ὅλοι γρήγοροι.
Καὶ ὁ κριτὴς εἶναι ἐκεῖ.
ὅποιος πάρῃ τὴν καρὸ
θὰ τοῦ σβήσῃ ἕνα κακό…

Εἰς τὸ παλάτι τοῦ κριτὴ
ὅλοι οἱ πρῶτοι θὰ ‘ναι ἐκεῖ
καὶ θὰ ἔχουνε δουλειά,
νὰ προσέχουν τὰ παιδιά,
νὰ τοὺς δείχνουν τὶς στροφές,
ἔξυπνες καὶ πονηρές.

Θὰ ΄ναι ὁ κῦκλος πάντα ἔτσι
κι ἡ κατάληξις εἶναι μιά·
ὅρμα γρήγορο ἑρπετὸ
νὰ τοὺς πάρῃς τὴν πρωτιά…

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
13-10-1995


ΥΓ: Φωτογραφία τραβηγμένη εἰς τὴν πλατεῖα τῆς Τριπόλεως,
μετὰ τοὺς ἀγῶνες τὸ 1990...
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016

Ἀπόσπασμα










Μν χαλς λοιπν καννα χαμγελν σου,
διτι κποιο π ατ σως,
ν κραττ φυλακισμνον τ φς πο κποιος ναζητ


Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ:
«Ὁ μονόλογος τῆς ἁρμονίας»

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
Σκίτσον: Ἀσπασία Χαϊκάλη
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Πλανήτης Γῆ 2014




Σκίτσον τῆς Ἀσπασίας Χαϊκάλη



Πλαντης  Γ  2014

Πσω π τ’ γικλημα στθηκες μικρν κορτσι,
ποχε κουρσψει χρνους τρα,
τς πετρις το ρμυρισμνου τοτου φρου.
ξδευε λιος δ πλχερα χρυσφι
κι λον τ’ στρολαμπρισμα τν ορανν πλεε δ ν,
ες τ πλαγος, μπρς σου.

Σ μγευε τ ρωμα τς μαντζουρνας μικρν κορτσι,
ποχε ξεφυτρσει ες τν κποτες άντικρυνν σπριασμνον τοχον·
κι ταν σν πνακας ζωγραφικς,
καθς μσα ες τ ξεθωριασμνον σβστωμα,
κμη ζοσε τ’ πχρωμα π τ λουλκι,
να ξημρωμα μ φθινοπωρινν δροσι,
μ τ κουσμα π τ πρτον πτημα ες τν γς
το διστακτικο ψιλβροχου
κα φς πο μλις μς καλημριζε,
πρα π τ γκρζα χρματα τ’ ορανο.

Μονολογοσες μικρν κορτσι,
χαζεοντας τ’ γκλιασμα τν βρχων
μ τν γνν λευκτητα τν κυμτων,
αἰῶνες τρα πο βαστον ατν τν ρωτα.
Μονολογοσες, μ τ πρασμα π’ τ’ γρι,
μ τλμην πο θ ζλευε κα τ γερκι κμη
τν ρα τς θανατερς βουτις του,
ρπαζε τ λγια,
καθς ατ ποχαιρετοσαν τ χελη σου
κα τ σκρπιζε ες τς πλαγις τν βουνν,
ν χαθον μσα ες τ πρσινα, τ γαλζια,
τ μβ κα τ μρια λλα χρματα,
πο γεννοσε κει γς…
κα πλι γριζε στερα ες τν κσμον τν χειλιν σου,
μν κα χσει στω κα μαν δειλήν σου πρωτογννητην λεξολα.

Μονολογοσες μικρν κορτσι,
καθς χρνος πτες τν γς βαζε,
φνοντας τν φωτι ν τν κψ
ρημνοντας τσι τ γρικον χμα,
νμπορον πλον ν γευθ
στω τ μρισμα το σκορπισμνου σου λγου
κα πτες φνοντας τ’ γννητα νερ,
ν σκεπσουν κθε προσπθειαν τς χλης,
ν ζσ μ τ φς.

Μονολογοσες κι βδιζες πλι μ τν χρνον,
π ττες πο πρωτκουες τς λθειες ν τραγουδον κα ν χορεουν,
κθε πο λιος φτιζε τ πρσωπν σου,
κμη κα σν γρω σου μονχα τ λευκν στλιζε τ πατματ σου,
κμη κα ταν ο ορανο πνω σου ργισμνοι,
μ βον φοβερν κα κραυγς νστορες ξεσποσαν,
σ μικρν κορτσι, βδιζες κα μονολογοσες.

Κι ταν τ λγια σου τρυφερ,
σν τ βζαγμα τς μητρας,
σν τ βλμα τς σκλας, πλι της ποχει τ μωρ της,
σν τ καμρωμα τς νεμνας
πο στκει ες τ ιζ το βρχου μονχη,
σν θνατη μυρωδι π γρια φασκμηλα,
σν ζεσταμνα π τν λιον, χερκια παιδικ.

Κι ταν τ λγια σου δυνατ,
σν τν γκον τν βρχων πο βαστοσε κριν ατ γς,
σν τ’ για χματα πο βσταζαν τ ξνα ποδρια,
μν κα τ βλαστρια του πατσουν
κα μενει στερον κι μρωτον,
σν τν γλκα το φραγκσυκου
πο σ προκαλε μ τν γριαν κορμοστασι,
σν τν πνον το δσους,
λπητα πο κτυπ μις τ φς, μις τ σκτος,
μις βροχ, τ’ νεμοδορια μις.

Κι ταν τ λγια σου σκληρ,
σν μι ντουφεκι πο τ βλι της κτυπ τ πουλ
κι ατ ξεψυχ ες τ χρια τ’ πανθρπου·
σν τ χρι τ’ πανθρπου ψωθ
κα τ κατβασμ του μ βαν ερ νθρωπον,
σν Θες ν ξεχν…ν ξεχν, ν ξεχν μικρν κορτσι.

Κα παντο πο περνοσες,
ρθωναν τ’ νθη τ’ νστημ τους, ν σ’ ντικρσουν,
ν γνς τροφ τς νοιξιτικης φορεσις τους θ θελαν…
κελαϊδοσε φσις χαρομενα γρω,
τσον πο θαρροσα πς πτρινος τοτος φρος
θ φτιζε πλι τ σκτος,
μν κα παρασρ νθρπους ες τν χαμ.

Μ δν χει πι ψυχ ζωνταν ατ πτρα.
πνω της κτυπ τ μονολογημ σου
κα ατ μονομις τ στλνει ες τν θλασσα μπρς της,
πο κολουθντας τ κματα,
ν φθσ ες τ πρα πλαγα, ες τ πρα μρη,
μν κι κε κποιος φρος λλος,
ψηφσ τν πτρινη κορμοστασιν του
κα μαζ μ τ χαμμηλα, τ θαλασσοπολια, τ’ λατισμνα βρχια,
ν νδυθ τ φς
κα μσα π τς πραντες νκτες,
ν δηγσ τ παραδερμνα ναυγια,
πσω ες τν ζω.

, μικρν κορτσι,
ζω μλαγε γι τν Θε κα τν γπη του
κι σ μονολογοσες γι τς χιλιδες παιδι
πο λημερς σκοτνει πενα κα πλεμος.
Ατ χει κατομμρια θαυμαστς
κα μρια πλοτη,
σ, τν ετσινι το θου,
ες τν γεμτην π Θεος, γς τοτη.

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
11-9-2014

Συνεχίστε την ανάγνωση »