
Ὡραῖον, Αἰώνιον καὶ Ἄφθαρτον
Ἀναρωτιόμουν
τί
εἶμαι,
καθὼς
ἡ
σιωπὴ
τοῦ
χιονιᾶ
ἔστεκε
γύρω,
ἁπλωμένη
σὲ
κάθε
τοῦ
χωριοῦ
γαλήνην,
ἴσαμε
τ’ ἄφωτα
σπίτια.
Περπατοῦσα
χαμογελαστός
κι ἦταν μονάχα
τ’ ἀστέρια
άπὸ
πάνω
μου γεμάτα
ἀπορίαν,
βλέποντας τὴν
χαράν
μου καὶ
τὸ
πλέον
ταχύ
μου βῆμα,
καθὼς εἰς
τὸ
βάθος
τῆς
ὀμίχλης
διέκρινα,
μονάχα μερικὰ
μέτρα
ἀπὸ
τὴν
ἀψηλὴν
ἐκκλησιάν,
κατάλευκον
μέσα
εἰς
τὴν
ἀσελήνωτον
νύκτα,
τὸ
Δένδριον.
Τὸ μυστικὸν
αὐτὸ
ὁποὺ
ἔφυε
ζωήν.
Τὰ ἄκρια
τῶν
ποδαριῶν
μου,
ἀδέλφια
εἶχαν
γίνει
μὲ
τ’ ἄναρχον
χῶμα
καὶ
τὶς
νόθες
πετριές
του,
χρόνους τώρα,
ὁποὺ
μόνον
ἐβάδιζα
σκυθρωπός,
ἀναζητώντας
τὸ
εὐγενές
τῆς
ζωῆς
φύωμα.
Σὰν τώρα
θυμᾶμαι
τὰ
λόγια
ποὺ
μὲ
κόπον
μᾶλλον
ἐπῆρα
ἀπὸ
τὸν
σιωπηρὸν
ἐκεῖνον
Ποιητήν.
Ἐκαμάρωνε
ὀρθὸς
ἀνάμεσα
σὲ
μίαν
παρθέναν,
κατὰ
πὼς
τὴν
ἔλεγεν
χαϊδευτικά, λεμονιὰν κατάνθιστον
κ’ ἐμπρός
του ἀσύλητη
ἀπὸ
χέρι
ἀνθρώπου,
χιλιόχρωμη
ἡ
εὐλογημένη
του ῥοδιά.
Τοὺς μιλοῦσε
σὰν
νἄτανε
παιδιά
του καὶ
τὰ
ἐχάϊδευε
μὲ
τὸ
᾿να
του χέρι
καὶ
μὲ
τ’ ἄλλον
βαστοῦσε
τὴν
ἀκριὰν
τοῦ
βλαστοῦ
μιᾶς
ἐλιᾶς,
τόσον τρυφερά…
κ’ ἔτσι καθὼς
ἐστεκόταν
μοῦ
᾿λεγε
πὼς
σὰν
ὁ
χρόνος
γίνῃ
28 τοῦ
Φλεβάρη,
σὰν
καταλαγιάσῃ
τοῦ
καιροῦ
ὁ
θυμός,
αὐτὸ
γεμίζει
φῶς
καὶ
μέσα
εἰς
τὰ
φυλλώματά
του,
ἕνας μονάχα
φύεται
καρπός,
κάθε
ποὺ
ὁ
αἰῶνας
φεύγει
καὶ...