
Τοῦ
βιβλίου μου ἀνθὸς
Ἐπέρασεν ἡ νύκτα ἐμπρός μου
καὶ ἡ ἡμέρα ἔπειτα ἐπέρασεν·
πάλι καὶ πάλι καὶ πάλι καὶ πάλι…
Τὸ φῶς τοῦ βιβλίου μόνον ἐφέγγιζε,
νυχθημερόν,
ἀπὸ κάθε σελίδα καὶ ἀράδα του·
γέννεσις,
θάνατος ἦταν καὶ ἀνάστασις.
Τὰ χέρια μου, μαγεμένα, γερὰ τὸ ἐβαστοῦσαν·
παιδὶ μὲ ἔβλεπα, τώρα δά·
καὶ νά, μόλις τώρα δά,
μὲ κορμὶ ἐκ τοῦ γήρατος γοητευμένον,
μὲ λαχτάρα νὰ βαδίζω εἰς τὴν ἀκριάν,
εἰς τὸ μονοπάτι ποὺ μὲ πάει εἰς τὴν αὔραν
τῆς
ἀκρογιαλιᾶς,
νὰ μυρίζω,
κρατῶντας σφικτὰ εἰς τὰ χέρια μου,
ἀνθὸν σπάνιον, κάποιας μικρῆς Βιολέττας,
τὸ βιβλίον ποὺ ἔκρυβε βαθειὰ...