Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2014

Ὁ Ἄνθρωπος τῆς Ἀλεξανδρείας

Ὁ Ἄνθρωπος τῆς Ἀλεξανδρείας Εἰς τὴν ἄκριαν τῶν βράχων μεριά, μερικὲς δρασκελιὲς σιμὰ εἰς τὸ κάποτες ξακουστὸν λιμάνι, γέρος πιάς, ὀρθὸς στεκόμουν κι ἦταν ἐμπρός μου τ’ ἀφρούδιασμα τοῦ πελάου κι ὁ ἔρωτας ὁποὺ ἀφῆκε, ἀνάμεσα εἰς τὸ λαμπύρισμα τοῦ ἡελίου καὶ τὸ τραγούδισμα ἀπὸ τὴν ἕνωσιν τοῦ γιαλοῦ κι ἐτούτης τῆς ἀκριᾶς τῆς γῆς. Γῆς ἤτανε ὑπερήφανη, πλημμυρισμένη ἀπὸ φῶς καὶ λόγον εὐλογημένον, ἀπὸ τὸ χῶμα βγαλμένον ὁποὺ μ’ ἐγέννησεν καὶ ἀπὸ χρόνους παλαιούς ταξείδι ἔκαμε κι ὁποὺ αὐτὸς ἠχοῦσε, τότες εὐθὺς γύρω, λιόλουστον καλοκαίρι σὰν παιδούλα τὸν καιρὸν τῆς ἀνθοβολιᾶς της, ἔλουζε τὴν ζωή μου. Χαμογέλασα κι ἐσκόρπισα γύρω μου ἄμμον, ποὺ ᾿χε φωλιάσει ἡ ἄμοιρη εἰς τὶς χοῦφτες μου μέσα, προσπαθώντας νὰ σωθῇ ἀπὸ τὴν ὀργὴν τῆς μπουκαδούρας, κατὰ πὼς καὶ πότες ἤθελε αὐτὴ νὰ φανῇ. Χαμογέλασα… τὰ ποδάρια μου ἡ θάλασσα ἔβρεχε, ἡ ἴδια ὁποὺ κάποτες ἐχάιδευε, ἔτσι, ὅπως τώρα δά, ξεδιάντροπα, τῆς Ἀλεξανδρείας τὸν Ἄνθρωπον. Χαμογέλασα…ἄχ… τί ὡραία ποὺ ἔχεις ἀγκαλιά,...
Συνεχίστε την ανάγνωση »