Κυριακή 3 Αυγούστου 2014

Ἐὰν θέλω





Ἐὰν θέλω


Τί νὰ κάμω πιάς;
Μονάχα πιότερον κέρδος προσφέρω εἰς τὸν ἡγεμόνα
καὶ σκέπτομαι πὼς τίποτα δὲν δύναμαι ν’ ἀλλάξω.
Ἐὰν θέλω νὰ ζήσω ἐλεύθερος,
ἔχω δύο ἐπιλογές.
Νὰ τοῦ πάρω τὸν πλοῦτον
ἤ νὰ τοῦ πάρω τὴν ζωήν.
Καὶ γιὰ τὰ δύο,
πρέπει νὰ πολεμήσω…


Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
3-8-2014
Συνεχίστε την ανάγνωση »

Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

Χρόνος…



Χρόνος…

Ἐχθὲς ὁ ἥλιος ἀνέτειλε ἀπὸ τὰ μάτια μου
καὶ σήμερα τοῦ παντὸς ἡ σιγή,
μ
ὲ πλησιάζει μὲ τὸ νανούρισμά της…

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
2-8-2014

Συνεχίστε την ανάγνωση »

Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

Τὸ σμίλεμα τοῦ χρόνου




Τὸ σμίλεμα τοῦ χρόνου

Ὁ χρόνος εἶναι ἐπαγγελματίας σμιλευτής.
Ἀφήνει ἐντέχνως ἐπάνω μας τ’ ἀποτυπώματά του
κατὰ τὸ πέρασμά του,
ὥστε ἀπὸ τὸ ἔργον τέχνης ποὺ δημιουργεῖ εἰς τὸν καθένα μας,
ξεχωρίζουμε τὸ κατὰ πόσον ὁ Ἔρωτας
ἦταν γιὰ ἐμᾶς εὐτυχία
ἤ ἀπώλεια αὐτῆς…

ΥΓ: «Ἡ φωτογραφία εἶναι ἔργον ἀπὸ τὴν συλλογὴν
το
ῦ Φωτογράφου Κωνσταντίνου Γκούτη.»


Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἔλλην
27-7-2014


Συνεχίστε την ανάγνωση »

Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

Περὶ ἀπωλείας




Περὶ ἀπωλείας

Ὁ Ἔρωτας ἔχει μίαν καὶ μοναδικὴν δύναμιν.
Τὴν ἐνέργεια τοῦ πάθους
Ἔρχεται σὰ ἥλιος φλογερὸς αὐτὴ
καὶ πανσέληνος γίνεται
ποὺ ἀρνεῖται νὰ παραδοθῇ
εἰς τὸ καλημέρισμα τοῦ ξημερώματος.
Ζητώντας τὴν μονιμότητα τῆς στιγμῆς,
ὁποὺ ἀπελευθερώνεται,
χάνουμε τὴν ἐλευθέραν ἔκφρασίν του
ἀπὸ τὴν ζωή μας…

Υ.Γ: Ὁ πίνακας εἶναι ἔργον τῆς Ζωγράφου
Ἄννης Κανατᾶ.

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
22-7-2014


Συνεχίστε την ανάγνωση »

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2014

Σ’ ἕνα σοκάκι τῆς Παροικιᾶς



Σ’ ἕνα σοκάκι τῆς Παροικιᾶς


Περπατοῦσα ἀνάμεσα σὲ φρεσκοβαμένα σπίτια,
στολισμένα μ’ ἀνθισμένες μπουκαβίλιες,
 μὲ γεράνια, βασιλικοὺς καὶ κάθε λογῆς μυρωδικά.
Ξέσερνε σὰν παλιοβάπορο ὁ νοῦς μου ἐδῶ,
εἰς τὰ καλντερίμια ἐτούτου τοῦ νησιοῦ
καὶ σκεφτόμουν τὰ λόγια ποὺ μοῦ ‘πε ἕνας φίλος,
χαζεύοντας τὸν ὁρίζοντα τοῦ Ἰνδικοῦ ὠκεανοῦ
καὶ τὰ μετάξια ποὺ ἔδεναν τὰ μαλλιά τους εἰς τὸ Κολόμπο τὰ κοριτσόπουλα.

-Νὰ προσέχῃς Δημήτριε,
ὁ τόπος ἐκεῖ εἶναι μαγικός,
διαολεμένα μαγεμένος
καὶ τὰ παλληκαρόπουλα τὰ κλέβει ἀπὸ τὴν νιότην τους
καὶ τὰ ὁδηγεῖ σὲ ξέφρενον ἔρωταν γῆς καὶ ἀνθρώπου…

Χαμογελοῦσα,
ἤμουν περίπου 19 ἐτῶν, ἀτρόμητος θἄλεγα τότες
καὶ τὰ μάτια μου εἶχαν περιπλανηθεῖ
εἰς τὰ παγωμένα κανάλια τοῦ Κεμπέκ,
εἰς τ’ ἄγρια βάθη τοῦ Ἀντλαντικοῦ,
εἶχαν ἀντικρύσει τοὺς καμηλιέρηδες τῆς ἀραπιᾶς τοῦ Τσιτσάνη,
εἶχαν τὰ πόδια μου ξεπλυθεῖ σὲ μαγικὲς στιγμές τοῦ  βασιλέα Νείλου,
εἶχαν τ’ αὐτιά μου γονιμοποιηθεῖ μὲ τοὺς ἤχους τῆς μουσικῆς
εἰς τὰ σοκάκια τῆς Νέας Ὀρλεάνης,
εἶχαν τὰ μάτια μου δεῖ τὴν λαχτάρα γιὰ φῶς εἰς τὸν βορρᾶ τῆς γῆς,
τὸ μεγαλεῖον τῆς χαμένης ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας,
εἰς τὴν Κωνστάντζα τοῦ Τσαουσέσκου εἶχαν δεῑ.

Κι ὅμως ὁ τόπος ἐτοῦτος μὲ τὰ λιγοστὰ δένδρα,
τ’ ἄπειρα μπλὲ καὶ τὰ λευκά,
ἤτανε πιότερον ἀπ’ ὅλα ποὺ τὰ μάτια μου εἶδαν.
Ἀνάμεσα σὲ ἀνθρώπους ξένους μὰ χαμογελαστούς,
σὲ ἥλιον πλούσιον καὶ πρόσφορον,
σὲ ἀκρόγιαλα καὶ σὲ λιοκαμμένους ψαράδες,
ἀνάμεσα σὲ ἁρμύρα, σὲ ἄμμο καὶ σὲ τραγούδια,
πίσω ἀπὸ τὴν ἀκριὰν τοῦ δρόμου τῆς Παροικιᾶς,
μέσα ἀπὸ τὰ στενοσόκακά της μὲ τὰ λευκὰ μπαλκόνια,
ἀκολούθησα τὶς ἀκριανὲς τοῦ ἡλίου ἀχτῖδες.
Ἐδιάλεξαν ἐκεῖ, τὸ γιασεμί, ἐπάνω εἰς τὶς κορφάδες του νὰ σταθοῦν,
ἀνακατώνοντας τὸ φῶς καὶ τὸ ἄρωμα,
πλάι σὲ μιὰ πέτρινη καμάρα
ἀσπριασμένη ἀπὸ τὴν κυρὰ Ζαμπέτα μὲ ἀσβέστη καὶ λουλάκι.

Καὶ τότες ἐσιώπησεν ἡ γῆς κ’ ἐδρόσισε τὸ πρωινὸν κελάηδημα τῶν πουλιῶν.
Τότες εἶδα ἐμπρός μου τὸ χαμόγελον τῆς Παριανῆς παιδούλας,
τῆς μικρῆς Νεκταρίας,
ἴδιον μὲ ντόπιον λευκομάρμαρον,
λουσμένον μὲ ἥλιον, μὲ Αἰγαῖον,
μὲ αὐγὴ καὶ πανσέληνον Αὐγουστιάτικη,
στολισμένον μὲ πλούσια ξανθὰ μαλλιά, μὲ χρυσοὺς βοστρύχους.
Τὸ πάνω της χειλάκι  ταρακούνησε τὸν κόσμον μου,
καθὼς ἡ εὐγένεια, ἡ ὀμορφιὰ
καὶ τὸ λευκὸν κρυμμένον πίσω τους,
ἐψιθύρισαν μίαν καλημέρα,
τὴν καλημέραν τῆς νιότης τους, τῶν δεκαπέντε ἐτῶν της.
Συνέχισε τὸ περπάτημά της,
ἀφήνοντας τὸν ἔρωτα τῆς δροσιᾶς νὰ τυλιχθῇ
μὲ τὸ χιλιόχρωμον μεσᾶτον φουστανάκι της
καὶ καθὼς τὴν κυττοῦσα ν’ ἀπομακρύνεται, τῆς εὐχήθηκα,
νὰ εἶναι πάντα φῶς
καὶ τὸ φῶς νὰ εἶναι αὐτή.
Γύρισα νὰ φύγω, γνωρίζοντας πὼς δὲν θὰ τὴν ἀντάμωνα ξανά.

Σήμερα, 33 περίπου χρόνια μετά,
Νεκταρία τῆς Παροικιᾶς,
ἐγώ, ποὺ τὸ φῶς σου μὲ προίκισε
μὲ σκέψεις καὶ λόγια ἐτούτην τὴν στιγμήν,
σοῦ εὔχομαι νὰ εἶσαι πάντα φῶς
καὶ τὸ φῶς νὰ εἶναι ἐσύ…

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
24-6-2014

Συνεχίστε την ανάγνωση »